Στήνωντας ένα ολοκληρωμένο σύστημα monitoring
Από τον: nikodemos Ημ/νία: 14:57 - 30/07/09 Εμφανίσεις: 1550
Εισαγωγή: Το σύστημα monitoring αποτελεί ουσιαστικά την καρδιά ενός recording studio. Ισως το πιο σημαντικό τμήμα του.

Τι εννοούμε λοιπόν μιλώντας για ένα ολοκληρωμένο σύστημα monitoring? Μιλάμε φυσικά για το σύνολο των υποσυστημάτων που δρομολογούν το προς ακρόαση σήμα από την μετατροπή του σε αναλογικό έως τα αυτιά μας καθώς και τα μέσα παρακολούθησης κάποιων κάποιων κρίσιμων χαρακτηριστικών (level metering , phase metering) και ότι παρεμβάλεται ανάμεσα. Αν θέλουμε να είμαστε ακόμη πιο σωστοί και τυπικοί θα πρέπει να συμπεριλάβουμε οποσδήποτε μέσα στην όλη κουβέντα και την ακουστική διαμόρφωση του χώρου ακρόασης καθώς αυτή λογικά θα καθορίσει κάποιες από τις επιλογές μας και αντίστροφα θα καθοριστεί από κάποιες άλλες.

Θα χωρίσουμε λοιπόν το όλο θέμα σε 5 υποκατηγορίες
1. χώρος ακρόασης - ακουστική διαμόρφωση
2. DA μετατροπή
3. έλεγχος έντασης - επιλογή πηγής - routing - speaker switching
4. ηχεία - τοποθέτηση
5. metering  

1. Είναι εύκολα κατανοητό πως ένας σημαντικός χώρος ακρόασης όπως είναι ένα control room πρέπει να πληρεί κάποιες προυποθέσεις σε σχέση με την ακουστική του συμπεριφορά. Έτσι είναι πολύ βασικό να υπάρχει ένας χαμηλός συνολικός χρόνος αντήχησης (έως 0.5 sec) ο οποίος να παραμένει χαμηλός και στο χαμηλότερο συχνοτικό φάσμα, να μην υπάρχουν άμεσες ανακλάσεις στην θέση ακρόασης και να υπάρχει απόλυτη συμμετρία σε ότι αφορά τόσο την απόσταση και την γωνία των ανακλαστικών επιφανειών (τοίχοι) όσο και των πηγών (ηχεία) σε σχέση με την θέση ακρόασης, ώστε να μπορεί να διατηρηθεί ανέπαφη και σωστή η στερεοφωνική εικόνα και βέβαια πολύ χαμηλό noise floor (θόρυβος περιβάλλοντος).
Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές σχεδιαστικές κατευθήνσεις σε σχέση με την κατασκευή χώρων ελέγχου και ακρόασης ξεκινώντας από τα LEDE και καταλήγωντας στα Non Enviroment Rooms. Όλες έχουν σαν βάση τον έλεγχο του χρόνου αντήχησης (στο σύνολο του συχνοτικού φάσματος) και τον έλεγχο της κατευθηντικότητας των ανακλάσεων. Βασική προυπόθεση για μια σωστή σχεδίαση είναι η διατήρηση αναλογιών με τα βέλτιστα αποτελέσματα σε ότι αφορά τα room modes και ο ικανοποιητικός συνολικός όγκος του χώρου.
Σε όλες αυτές τις σχεδιάσεις η επιλογή και τοποθέτηση των ηχείων αποτελεί κομμάτι του σχεδίου και τις περισσότερες φορές μέρος της κατασκευής (θα το δούμε παρακάτω).

2. Όσο και αν φαίνεται περίεργο η μετατροπή του σήματος από ψηφιακό σε αναλογικό προς ακρόαση είναι σαφέστατα πιο επιδραστική από οποιαδήποτε άλλη μετατροπή προηγήται ή θα ακολουθήσει....και ο λόγος είναι πολύ πολύ απλός....με βάση αυτή την μετατροπή θα κρίνουμε και θα αξιολογήσουμε οτιδήποτε συμβαίνει στην όλη διαδικασία συμπεριλαμβανομένων και όλων των υπόλοιπων μετατροπών (πχ από αναλογικό σε ψηφιακό κατά το tracking). Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε απόλυτα σίγουροι πως αυτό που ακούμε αποτελεί την πιο πιστή και απόλυτα transparent δυνατή μεταφορά της έως τότε ψηφιακής πληροφορίας στο αναλογικό domain απαλαγμένη είτε από artifacts της όλης διαδικασίας (  jitter, quantization errors) είτε απλά από τον "χρωματισμό" της τοπολογίας της ίδιας της συσκευής. Εννοείται λοιπόν πως μας ενδιαφέρουν περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν αυτό το αποτέλεσμα όπως το S/N ratio, THD, crosstalk κλπ κλπ αλλά και το υπερσταθερό clocking, η απόλυτη συμβατότητα και διασυνδεσημότητα με το υπόλοιπο στούντιο μέσω πληθώρας (ποσοτικής και ποιοτικής) ψηφιακών Ι/Ο και η δυνατότητα να "ακολουθήσουμε" όλα τα σύγχρονα sample rates & wordlengths.
Στην αγορά σήμερα υπάρχουν αρκετές επιλογές που να ικανοποιούν αυτές τις προυποθέσεις είτε ως stand alone 2trk DA's , είτε ως AD/DA's, είτε ως τμήμα ενός ολκληρωμένου monitor controller. Καλώς ή κακώς όλες βρίσκονται σε αρκετά υψηλές τιμές και οι πιο χαρακτηριστικές επιλογές είναι από μάρκες όπως οι Lavry, Benchmark, Prism, Grace Design, Crane Song.
Απλά θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας το εξής....επειδή αυτά τα "μηχανάκια" κάνουν ένα και μόνο πράγμα δεν σημαίνει ούτε πως πρέπει να είναι κατ'ανάγκη φθηνά ούτε πως είναι όλα ίσα μεταξύ τους....αυτό το "ένα πράγμα" είναι ίσως από τα πιο σημαντικά στην όλη διαδικασία.

3. Ο έλεγχος της έντασης, της στάθμης ακρόασης δηλαδή είναι ίσως από τα πιο σημαντικά τμήματα ενός monitoring συστήματος. Ο λόγος είναι αφενός ότι υπάρχουν αποδεδειγμένα ιδανικές στάθμες ακρόασης αλλά και αφ'ετέρου στο πως αντιλαμβανόμαστε τυχόν μικρο αλλαγές στην στάθμη ακρόασης. έτσι τις περισότερες φορέ αρκεί μιαμικρή αύξηση της στάθμης για να την αντιληφθούμε ως "βελτίωση" ή έστω ως αλλαγήσεσχέση και με το περιεχόμενο. Με άλλα λόγια είναι αναγκαίο να είμαστε σίγουροι για την δυαντότητα μας να ακούμε στην επιλεγμένη ένταση αλλά και για τοπως αυτή επηρεάζεται από την τοπολογία του όλου συστήματος.
Όταν μιλάμε για τον έλεγχο της έντασης, την επιλογή της πηγής, το routing, το speaker selection, την ενδοεπικοινωνία κλπ κλπ ουσιαστικά μιλάμε για όλα αυτά για τα οποία είναι υπέυθηνο το master section μιας large format recording κονσόλας. Σήμερα όμως που όλο και περισσότερα studios "χτίζονται" γύρω από ένα DAW η παρουσία της κονσόλας τείνει να εκλείψει και έτσι θα έπρεπε να βρεθεί μια λύση και για τις λειτουργίες του master section. Από την άλλη ακόμη και στις μεγαλύτερες κονσόλες (και ειδικά σε πιο "κλασσικές") τα κρίσιμα τεχνικά χαρακτηριστικά του monitoring/master section δεν συμβαδίζουν πάντα με τις πολύ υψηλές απαιτήσεις πιστότητας και ακρίβειας που δημιουργούν τα σημερινά ψηφιακά φορμάτ....ή με πιο απλά λόγια δεν είναι απαραίτητα καλή ιδέα να συμμετέχει η κονσόλα στο τι ακούμε (χωρίς όμως να είναι απαραίτητα και κακή - είναι απλάθέμα επιλογής). Γι'αυτόν ακριβώς τον λόγο δημιουργήθηκαν τα  dedicated monitor controllers. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα matrix εισόδων και εξόδων (αναλογικών ή, και ψηφιακών) συνδυασμένο με ένα level controller και την δυνατότητα επιλογής όλων των δυνατών δρομολογήσεων του σήματος. Υπάρχουν άπειρες προτάσεις στην αγορά....Αυτά που προσωπικά θεωρώ απαραίτητα συστατικά είναι....
- Η "αχρωμάτιστη" και απόλυτα transparent ηχητικά τοπολογία του όλου συστήματος.
- Ικανοποιητικό Headroom και ανύπαρκτο noise floor.
- Η δυνατότητα level calibration για όλες τις εισόδους και εξόδους.
- Η δυνατότητα επιλογής διαφορετικών operating levels.
- Η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε τουλάχιστον 2 ζευγάρια ηχεία.
- Η δυνατότητα για mono listen, dim & mute.
- Η αθόρυβη λειτουργία των επιλογέων.
- Η ύπαρξη stepped knobs και οπτικής ένδειξης των ρυθμίσεων για εύκολη επανάκληση τους.
- Η ύπαρξη λειτουργίας cue send & talkback
- Η ύπαρξη ξεχωριστού HP amp
- Η απαραίτητη πληθώρα Ι/Ο ψηφιακών και αναλογικών, σε όλα τα κρίσιμα φορμάτ.
- H ύπαρξη bit transparent digital out (through)
Από εκεί και πέρα όπως έγραψα και πιο πάνω πολλά controllers περιλαμβάνουν και DA που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελεί εξαιρετικά ποιοτικές υλοποιησεις, όπως στα Crane Song Avocet & Grace Design m904. Αυτά τα 2 προσωπικά θεωρώ και ως τις καλύτερες επιλογές τόσο ως monitor controllers αλλά και ως DA μετατροπείς. Προσωπικά κατέληξα στο m904 γιατί μου φάνηκε κάπως πιο "ψυχρό" και "γρήγορο" ηχητικά (ίσως λόγω ic's) αλλά και γιατί ταίριαζε καλύτερα εργονομικά στον χώρο μου....και τα 2 πάντως είναι υποκειμενικές κρίσεις άσχετες με την τεχνική πλευρά των  μηχανημάτων που είναι εκπληκτική και στα 2.Υπάρχουν πολλές ακόμη αξιόλογες προτάσεις από εταιρίες όπως η Coleman , Dangerous, Audient κλπ κλπ
Σε ότι αφορά τον έλεγχο της έντασης όπως έγραψα ήδη είναι τρομερά σημαντικό να μπορούμε να δουλεύουμε σε σωστά level, αλλά ταυτόχρονα να μπορούμε εύκολα να ανακαλέσουμε αυτές τις ρυθμίσεις, αυτές να μας ακολουθούν από πρότζεκτ σε πρότζεκτ αλλά και από πηγή σε πηγή (πχ daw & cd player) αλλά και να είμαστε σίγουροι κατά πόσο υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στα διάφορα scales καιαυτό που ακούμε και κατα πόσο μπορεί να επηρεάζεται - χρωματίζεται το αποτέλεσμα από κάτι τέτοιο.

4. Κατ'αρχάς και προς αποκατάσταση μιας παρεξήγησης..... τι είναι  αυτό που κάνει ένα ηχείο studio monitor?

η απάντηση είναι απλή....
Τίποτα συγκεκριμένο και ειδικά σε ότι αφορά τα nearfield ηχεία....ο όρος χρησιμοποιήται μάλλον καταχρηστικά από τους κατασκευαστές.Στην πραγματικότητα ο όρος studio monitors αναφέρεται στα main ηχεία ενός στούντιο, τα οποία για χρόνια αποτελούσαν κομμάτι της συνολικής κατασκευής και σχεδίασης ενός control room και όχι "έτοιμες" λύσεις (κάτι που άλλαξε σιγά σιγά).

Στην πραγματικότητα λοιπόν όποιο ηχείο χρησιμοποιήται σε ένα κοντρόλ ρουμ για την "παρακολούθηση του ηχητικού συμβάντος"  αποτελεί στην ουσία ένα studio monitor τουλάχιστον σε ότι αφορά τον τρόπο και σκοπό της χρήσης του.

Δεν υπάρχει στην ουσία κάποια ουσιαστική σχεδιαστική διαφορά (σε σχέση με την ουσία του πράγματος - την ηχητική συμπεριφορά) που να κάνει ένα μικρού όγκου ηχείο studio monitor ή σπιτικό....υπάρχουν απλά ΚΑΛΑ, ΜΕΤΡΙΑ & ΚΑΚΑ ηχεία.

Παρ'όλα αυτά σε ότι αφορά τα nearfield που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, οι όποιες διαφορές που εξιδανικεύουν την χρήση σε studio αφορούν  κυρίως την τοποθέτηση και την διασύνδεση τους στο (με το) συγκεκριμένο περιβάλλον....δηλαδή

- waveguide για την πιο ομαλή διάχυση των υψηλώτερων συχνοτήτων - πολλές φορές μεταβλητής θέσης ώστε να επιτρέπει την κάθετη ή οριζόντια τοποθέτηση και την δημιουργία sweetspot.
- active ενίσχυση η οποία περιλαμβάνει και κάποια High & Low Pass φίλτρα βοηθώντας στο σωστό matching με τον χώρο (τόσο συχνοτικά όσο και ως στερεοφωνία).
- μαγνητική θωράκιση για προστασία ηλ.συσκευών που βρίσκοντε σε μικρή απόσταση (πχ οθόνες λυχνίας)
- Στα περισσότερα ported ηχεία που προορίζοντε για αυτή την χρήση , η οπή βρίσκεται στο εμπρός μέρος ώστε να επιτρέπει την τοποθέτηση του κοντά σε τοίχο.
- συμβατότητα με ένα "προ" περιβάλλον σε ότι αφορά την διασύνδεση και τα operating levels.

...και άλλες τέτοιες παραλαγές

Υπάρχουν άπειρα καταπληκτικά ηχεία, "συμβατικής" προελεύσεως που έχουν κάνει τρομερή "καριέρα" σε recording studios.....για την ακρίβεια τα nearfield ηχεία είναι ένα απ'ευθείας δάνειο του consumer κόσμου στον commercial recording κόσμο (ειδικά σήμερα που τα περισσότερα είναι ported).

Επαναλαμβάνω δεν υπάρχουν ηχητικά χαρακτηριστικά "ειδικά" για recording περιβάλλον....το ζητούμενο στα ηχεία είναι πάντα το ίδιο...ακρίβεια, ακρίβεια και ακρίβεια...άλλα το καταφέρνουν καλύτερα και άλλα χειρότερα. Έχει να κάνει με την ποιότητα του σχεδιασμού και της υλοποίησης και όχι με την ταμπέλα...τοαποτέλεσμα εξαρτάται από παράγωντες όπως τα THD, Intermodulation distortion, S/N, Sensitivity, headroom before clipping κλπ κλπ και όχι από το ταμπελάκι του κατασκευαστή....εκτός αν πιστεύετε πως ένα "στούντιο μόνιτορ" ηχείο των 200 ευρώ είναι καλύτερη επιλογή για ένα στούντιο από ένα "χαιφιιντελίστικο" ηχείο των 3000 ευρώ (στην ίδια κατηγορία όγκου και δρόμων). Από την άλλη υπάρχουν ηχεία που έκαναν τεράστια "καριέρα" σε ηχογραφήσεις με απαράδεκτα (σε σχέση με την "ακρίβεια") χαρακτηριστικά όπως τα auratones ή ακόμη και τα θρυλικά NS10....η ουσία λοιπόν είναι η εξυπυρέτηση αναγκών που πιθανότατα μεταβάλοντε από εποχή σε εποχή, από άνθρωπο σε άνθρωπο και από περίσταση σε περίσταση.....αυτό από μόνο του αρκεί για να μην επιτρέπει το "τσουβάλιασμα" και την βλακώδη αυτή κατηγοριοποίηση (συγχωρέστε μου το βλακώδη αλλά με αυτό τον τρόπο έχουν καταφέρει να πουλήσουν χιλιάδες μέτρια ή κακά ηχεία σε ανυποψίαστους καταναλωτές-μαθητευόμενους μάγους).
  Συμπέρασμα λοιπόν είναι πως στην κατηγορία τουλάχιστον των 2δρομων ή 3δρομων ηχείων μικρού όγκου δεν υπάρχουν "ειδικά ηχεία" για recording χρήση αλλά κάποια κοινά αποδεκτά γνωρίσματα που διευκολύνουν την χρήση των ηχείων αυτών σε ένα recording & mixing περιβάλλον. Ο όρος studio monitor ,πλην των μεγάλων τρίδρομων flush mounted θηρίων στα αυτιά μου ακούγεται τουλάχιστον βλακώδης, ή για να το θέσω πιο κόσμια ΟΛΑ τα "studio monitors" παύουν να είναι "studio monitors" και γίνονται "συμβατικά ηχεία" από την στιγμή που εγκαταλείπουν ένα control room και βρίσκονται σε ένα υπνοδωμάτιο.....είναι "studio monitors" γιατί πολύ απλά βρίσκονται σε studio.

Σε ότι αφορά την επιλογή, κυρίαρχος παράγωντας είναι ο χώρος και οι ανάγκες-απαιτήσεις. Έτσι είναι πρακτικά αδύνατον ένα μεγάλο ηχείο 3 δρόμων να αποδόσει σωστά σε έναν χώρο μικρού όγκου....Σε ότι αφορά τα μικρότερα ηχεία 2 δρόμων, τα λεγώμενα nearfield θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την εξής απλούστευση...όσο μικρότερη είναι η διάμετρος του μεγαφώνου τόσο θα αυξάνεται η αρμονική και η intermodulation παραμόρφωση σε υψηλότερες εντάσεις....επειδή όμως η ένταση σε αυτή την περίπτωση δεν έχει να κάνει απαραίτητα με το percieved loudness (συχνοτικά μιλώντας) ένα μεγάφωνο 5" θα αρχίσει να έχει προβλήματα από σχετικά χαμηλά spl σε σχέση με ένα 8" και φυσικά αυτό θα ενισχύεται και από το πόσο ισχυρή είναι η παρουσία χαμηλοσυχνωτικού περιεχομένου. Από την άλλη ένα μεγάφωνο πολύ μεγάλης διαμέτρου απαιτεί όπως είναι φυσικό πολύ περισσότερη ενέργεια για να "κουνήσει" τον αέρα και κατά συνέπεια θα είναι πιο "αργό" σε χαμηλές εντάσεις. Σε ότι αφορά το θέμα closed vs ported cabinet ,μιλάμε για 2 διαφορετικές καταστάσεις...προσωπικά θεωρώ τις κλειστές καμπίνες πιο ακριβείς αλλά λιγώτερο εντυπωσιακές και με σαφέστατα χειρότερη σχέση όγκου/απόδοσης στα χαμηλά, ενώ από την άλλη πλευρά το σύνολοσχεδόν των ηχείων που κατασκευάζοντε σήμερα είναι ported......άρα θεωρώ καλύτερη λύση την δυνατότητα ακρόασης και στα 2!!!  

Σε ότι αφορά την τοποθέτηση είναι κοινά αποδεκτό πως ασχέτως όγκου η πιο σωστή τοποθέτηση είναι το flush mounting , δηλαδή ο εντοιχισμός τους στον εμπρός τοίχο του χώρου. Αυτό βοηθάει στο να αποφύγουμε τις ανακλάσεις από την ακτινοβολία του πίσω μέρους του ηχείου καθώς και να πετύχουμε (με την ανάλογη κατασκευή) το σωστό decoupling από τον υπόλοιπο χώρο, και βέβαια να είμαστε απόλυτα σίγουροι για την συμμετρία του όλου συστήματος. Αν κάτι τέτοιο είναι μη πράκτικό, τότε η δεύτερη καλύτερη επιλογή είναι το   free standing σε ειδικές βάσεις ανάμεσα στην θέση ακρόασης και στην εμπρός επιφάνεια του χώρου....η τοποθέτηση ηχείων επάνω στο meterbridge μιας κονσόλας ή επάνω στην επιφάνεια εργασίας αν και δείχνει ιδιαίτερα όμορφα είναι αρκετά προβληματική καθώς υπάρχουν έντονες ανακλάσεις προς την θέση ακρόασης από την σκληρή οριζόντια επιφάνεια της κονσόλας....καλό είναι να αποφεύγεται. Και στις 2 αυτές περιπτώσεις καλό είναι να υπάρχει κάποιας μορφής decoupling ανάμεσα στο ηχείο και την φέρουσα κατασκευή.

Στα ηχεία 2 δρόμων γενικά πιο ορθή λύση είναι η τοποθέτηση τους κάθετα δηλαδή όρθια ώστε και οι 2 δρόμοι να βρίσκονται στον ίδιο άξονα σε σχέση με την θέση ακρόασης δημιουργώντας ένα πιο ευρύ sweet spot. Σε κάποια ηχεία η περιστροφή του   wave guide επιτρέπει την τοποθέτηση τους και οριζόντια χωρίς προβλήματα....στην περίπτωση που δεν υπάρχει αυτήη δυνατότητα και πρέπει οποσδήποτε να τα τοποθετήσουμε οριζόντια τα HF drivers θα πρέπει να βρίσκοντε στην εξωτερική πλευρά του τριγώνου που δημιουργείται.

5. Όταν λέμε εννοούμε βέβαια την οπτική απεικόνιση κάποιων συνεχώς μεταβλητών πληροφοριών που αφορούν την ηχητική πληροφορία. Έτσι ένα σωστό  digital metering σύστημα θα πρέπει να
- έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί τόσο το level τόσο σε ότι αφορά το ψηφιακό Full Scale όσο και την αντιστοιχία του με το αναλογικό VU.
- να υιοθετεί το σύστημα Κ του B.Katz
- να έχει μεγάλη ευκρίνεια από peak segments ειδικά στα τελευταία 15 db κάθε σκάλας (0.5db steps)
- να έχει ακριβές over counting (3 samples)
- να εχει δυνατότητα απεικόνισης Peak & RMS level
- να έχει phase corelation meter
- αν πρόκειται για hardware meter καλύτερη επιλογή είναι να έχει ψηφιακή είσοδο αλλά και bit transparent digital out (through) ώστε να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και την συγκεκριμένη έξοδο.
Από εκεί και πέρα πολλοί ανάμεσα τους και εγώ αισθάνονται την ανάγκη ύπαρξη και αναλογικών VU meters καθώς λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους (αργή ταχύτητα, εξάρτηση από το συχνοτικό περιεχόμενο) δίνουν μια πιο ιδιαίτερη εικόνα της ηχητικής πληροφορίας την οποία πολλοί βρίσκουν ιδιαίτερα χρησιμη.


Σε όλα τα παραπάνω έχει τεράστια σημασία η σωστή διασύνδεση και καλωδίωση (audio & power) , τα σωστά operating levels και το σωστό και λεπτομερές calibration.

Αξιολόγηση: ***** από 44 μέλη.
Σχόλια


Twitter News
Powered by EzPortal