Προς το περιεχόμενο
  • Άρθρα

    Άρθρα Μουσικής Τεχνολογίας
    • shaman505
      Συμπίεση. Mε απλά λόγια είναι η επεξεργασία του συνόλου των ψηφιακών δεδομένων ενός αρχείου με σκοπό την δημιουργία ενός μικρότερου αρχείου.
       
      Ένας από τους πλέον διαδεδομένους αλγόριθμους συμπίεσης είναι ο MPEG1-Layer3 ή εν συντομία MP3.Σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε στη Γερμανία στο ινστιτούτο ερευνών Fraunhofer.Πρόκειται για απωλεστικό αλγόριθμο συμπίεσης πράγμα που σημαίνει ότι μέρος της ηχητικής πληροφορίας κατά τη διάρκεια της συμπίεσης χάνεται για πάντα.Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων χωρίς ουσιαστική επίπτωση στην ποιότητα του ψηφιοποιημένου ήχου ο αλγόριθμος στηρίζεται στο "ψυχοακουστικό" μοντέλο της συμπεριφοράς του ανθρώπινου αυτιού.Πιο συγκεκριμένα λαμβάνεται σοβαρά υπ'όψιν το φαινόμενο της ακουστικής σκίασης (masking effect).Το φαινόμενο αυτό έχει να κάνει με την ακουστότητα συχνοτήτων ήχου οι οποίες βρίσκονται φασματικά κοντά σε άλλες "κυρίαρχες" συχνότητες.Οι κυρίαρχες συχνότητες μασκάρουν τις υπόλοιπες με αποτέλεσμα το ανθρώπινο αυτί να συλλαμβάνει ορισμένες συχνότητες σε ένα συγκεκριμένο φάσμα.Ανάλογα δηλαδή με τους κυρίαρχους ήχους που υπάρχουν ανά πάσα στιγμή σε κάποιο μουσικό κομμάτι είναι δυνατόν κάποιοι άλλοι ήχοι, οι οποίοι επίσης υπάρχουν στο κομμάτι και πλησιάζουν οι συχνότητες τους αυτές των κυρίαρχων, να μην γίνονται αντιληπτοί από το ανθρώπινο αυτί.
      Βάσει αυτού του φαινομένου έχει δημιουργηθεί από τους επιστήμονες το ψυχοακουστικό μοντέλο, στο οποίο στηρίζεται ο αλγόριθμος MP3 για την συμπίεση των ψηφιακών δεδομένων ήχου.Το ηχητικό, λοιπόν, σήμα χωρίζεται σε ζώνες συχνοτήτων προκειμένου να διαπιστωθεί ποιες από τις συχνότητες που υπάρχουν σε αυτές τις ζώνες δεν είναι ακουστές και έτσι μπορούν να απορριφθούν.Στο τελικό συμπιεσμένο σήμα υπάρχουν μόνο οι κυρίαρχες συχνότητες που έτσι και αλλιώς θα ακούγονταν.
       
      Οι παράμετροι που καθορίζουν την ποιότητα του ψηφιοποιημένου ήχου (mp3) είναι:
      1.Συχνότητα δειγματοληψίας (σε Hz)
      2.Ανάλυση δείγματος σε bits
      3.Αριθμός καναλιών στέρεο (1 ή 2)
       
      Το ποσοστό της συμπίεσης το μετράμε σε Kilobit per second, δηλαδή Kbit ανά δευτερόλεπτο.Με απλά λόγια πόσα Kbit μεταφέρονται στο χρονικό διάστημα ενός δευτερολέπτου.Η ποσότητα αυτή είναι ευρέως γνωστή με τον όρο bit rate.
      Όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο αριθμός τόσο καλύτερη είναι η ποιότητα του ήχου.Αντίστοιχα μεγάλος λόγος συμπίεσης, δηλαδή λίγα Kbps, σημαίνει μικρά σε μέγεθος αρχεία με κόστος όμως την ποιότητα ήχου.Τυπικές τιμές bit rate είναι 96 Kbps, 128 Kbps, 192 Kbps κ.α.
      Στην πράξη ακολουθείται μια μέση οδός.Έτσι για παράδειγμα ένας ρυθμός δεδομένων 128 Kbps δίνει μια συμπίεση της τάξης του 1:11. Μεγαλύτερος ρυθμός δεδομένων (192 Kbps) προσφέρει λόγο συμπίεσης 1:7. Προφανώς ο λόγος συμπίεσης βελτιώνεται δραματικά όσο πέφτει η ποιότητα του σήματος πλησιάζοντας αυτήν του μονοφωνικού ραδιοφώνου μεσαίων ή βραχέων.
       
      Αυτά με λίγα λόγια
      Ελπίζω να έγινα όσο πιο κατανοητός γινόταν!

    • Yannis Methenitis
      Ο καλύτερος και φτηνότερος τρόπος για να βελτιώσετε την εμφάνιση και τον ήχο της κιθάρας σας, είναι να κάνετε ένα καλό καθάρισμα. Ωστόσο, καλό είναι να ακολουθήσετε τις συμβουλές των κατασκευαστών όταν έχει μαζευτεί βρωμιά, λίπος απο τον ιδρώτα και τον καπνό στην κιθάρα σας, είτε από τακτική χρήση είτε από αμέλεια. Και αφορά ακουστικό ή και ηλεκτρικό όργανο.
       
      Το καθάρισμα της ταστιέρας
      Ακόμη και σε μια κιθάρα που παίζεται συχνά, η ταστιέρα της χρειάζεται καθάρισμα μόνο μία ή δύο φορές το χρόνο.
      Αυτό συμβαίνει επειδή είναι σημαντικό να μην αλλάζει πολύ η φυσική υγρασία που μαζεύει η ταστιέρα από το λάδι των δαχτύλων, όπως συστήνει η Gibson.
       
      Ξεκινήστε να καθαρίζετε την ταστιέρα σας με ένα μαλακό, υγρό πανί (ένα παλιό μπλουζάκι ή πανάκι καθαρισμού microfiber) που έχετε στύψει γερά. Δεν πρέπει να δείτε σταγόνες νερού στην ταστιέρα σας.
      Τρίψτε το ύφασμα κάθετα στην ταστιέρα, φροντίζοντας να χρησιμοποιήσετε διαφορετικά μέρη του υφάσματος, έτσι ώστε να μην μεταφέρετε τη βρωμιά από το ένα τάστο στο άλλο.
       

       
      Εάν η ταστιέρα σας έχει συσσωρεύσει αρκετή βρωμιά, μπορεί να χρειαστεί να ακολουθήσετε τον καθαρισμό με ένα πολύ ελαφρύ βούρτσισμα με πολύ λεπτό ατσαλόμαλλο #000 ή #0000. Λάβετε υπόψη ότι μικροσκοπικά σωματίδια από χάλυβα μπορεί να κολλήσουν στους μαγνήτες σας και γι αυτό είναι καλύτερο να τους καλύπτετε με χάρτινη ταινία.
      Για σημεία που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να φτάσετε, μπορείτε να δοκιμάσετε να χρησιμοποιήσετε την άκρη μιας πιστωτικής κάρτας, μια βρεγμένη μπατονέτα ή μια μικρή οδοντόβουρτσα.
       

       
      Εάν παρατηρήσετε ότι η ταστιέρα σας έχει στεγνώσει ή έχει αναπτύξει λεπτές ρωγμές, μπορείτε να τρίψετε μία ή δύο σταγόνες λάδι (ορυκτό, αμυγδαλέλαιο, λινέλαιο ή λεμονέλαιο). Φροντίστε να σκουπίσετε το υπερβολικό λάδι με ένα μαλακό, στεγνό πανί.
       

       
      Αυτά ισχύουν για rosewood και εβένινες ταστιέρες.
      Χρησιμοποιήστε ένα υγρό πανί για να καθαρίσετε την ταστιέρα απο maple και μετά γυαλίστε με ένα στεγνό.
       
      Με ένα στεγνό πανάκι τρίψτε απαλά και γυαλίστε την υπόλοιπη κιθάρα και τα μεταλλικά στοιχεία.
      Αν δεν καθαρίζει ο ιδρώτας μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα υγρό πανί ή Guitar polish σαν αυτά που προσφέρουν πολλές εταιρίες ακόμα και Overlay.
       
      Οι χορδές και το κούρδισμα
      Κάποιοι προτείνουν να αλλάζετε τις χορδές μια - μία για να μην αλλάξει η τάση στο μπράτσο, όταν μείνει χωρίς χορδές.
      Προσωπικά δεν μου έχει τύχει ποτέ τέτοιο πρόβλημα αλλά σε κιθάρες τύπου Gibson όταν δεν χρειάζονται καθάρισμα αλλάζω μια - μια τις χορδές για να μην απορυθμιστεί η γέφυρα κατα λάθος και για να μην μου πέφτει το stop bar στο... πάτωμα. Στο καθάρισμα, αφήνω μια χορδή για να κρατάει γέφυρα και stop bar.
      Σε κιθάρες τύπου Fender τις αφαιρώ όλες.
       
      Το ξεκούρδισμα οφείλεται στο λάθος τύλιγμα τις περισσότερες φορές και όχι στα κουρδιστήρια. Ένας καλός τρόπος να το αποφύγετε έχει ως εξής:
       
      1. Περάστε την χορδή στο κλειδί.
      2. Κρατώντας την χορδή στο κλειδί, με το άλλο χέρι σηκώστε την στο μέσο της απόστασης προς τη γέφυρα, 10-20 μοίρες. Έτσι ορίζετε το χρήσιμο μήκος που θα τυλιχτεί στο κλειδί, μιας και δεν θέλουμε να έχουμε πολλές περιστροφές (κουλούρες) γύρω του, γιατί μπορεί να χαλαρώνει η χορδή και να ξεκουρδίζει.
       

       
      3. Σε αυτό το σημείο γυρίστε την χορδή στο κλειδί και περάστε την κάτω απο τον εαυτό της. 
       

       
      4. "Σπάστε" σε γωνία προς τα πίσω.
       

       
      5. Κουρδίστε κρατώντας χαμηλά την χορδή στο nut.
      6. Κόψτε το υπόλοιπο που θα περισσέψει.
       
      Μετά απο κάθε χρήση καλό είναι να σκουπίζετε τις χορδές ή ακόμα να τις περνάτε και ένα χέρι Fast Fret της Ghs που τις ανανεώνει και αφαιρεί την σκουριά.

    • ez
      Συχνά, διαβάζοντας για το ακατάβλητο πάθος των ορειβατών να πατήσουν στις ψηλότερες κορφές των βουνών του κόσμου μας – κι από κει να τον αντικρύσουν όπως ελάχιστοι έχουν καταφέρει, παραλληλίζω κάπως την προσπάθεια τους με κείνη των ηλεκτρικών κιθαριστών του πλανήτη. Όχι τυχαία, καθώς οι ιστορίες απογοήτευσης είναι αμέτρητες, αφού τελικά για πολλούς το όνειρο σταματάει μερικά μόλις μέτρα από την κορυφή. Προετοιμασία, αυτοσυγκέντρωση, πολλά έξοδα, άσκηση, εξοπλισμός, κάποιες φορές δεν είναι αρκετά για να πατήσεις το έδαφος  που βρίσκεται κοντύτερα στον ουρανό. Κατά μια αντιστοιχία λοιπόν, κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στους περισσότερους εξ ημών που λαχταράμε να παίξουμε με ήχους που θα μας θυμίσουν ακαριαία τους ήρωες μας. Ξοδεύουμε πληθώρα μετρητών αγοράζοντας όργανα και εφέ, μελετάμε ατέλειωτες ώρες και ακούμε (ελπίζω) ακόμα περισσότερες τραγούδια και ήχους, ψάχνοντας ένα κάποιο ιερό δισκοπότηρο. Συνήθως ξεχνώντας μερικές βασικές αρχές και κάνοντας λογικές ακροβασίες, τυφλωμένοι θα έλεγε κάποιος από το όνειρο μας.
       
      Υπάρχουν αλήθειες και ψέματα στην ιστορία, η καλύτερα, πραγματικότητα και φαντασία, παραμύθι – που λέμε συχνά μεταξύ μας. Για αρχή λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε πως ο βασικός ήχος του καθενός μας προέρχεται από τον ίδιο του τον εαυτό, την προσωπικότητα του, το τι έχει στο μυαλό του και το πώς τα δάχτυλα του αγγίζουν τις χορδές. Αυτό μπορεί να το ξεγελάμε που και που, παραμένει όμως η κύρια πηγή του ήχου μας. Κατά συνέπεια, όσο καλλιεργούμε τον χαρακτήρα μας και όσο εμπλουτίζουμε τις γνώσεις μας ως άνθρωποι, τόσο κοντύτερα πλησιάζουμε στο να αποδεχτούμε τη φύση μας και ν’ αγαπήσουμε τον ήχο μας. Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί απελευθερώνοντας τη δική μας ψυχή και ματιά, βαθμιαία εκλείπουν οι σταθερές και οι συγκρίσεις, ανοίγεται ένας κόσμος που οφείλουμε να τον δεχτούμε, να τον ενδυναμώσουμε και να τον κάνουμε καλύτερο, όσο κι αν τούτος μοιάζει ελάχιστα η και καθόλου με όσα θέλαμε η πιστεύαμε. Αυτογνωσία ονομάζεται, και αποτελεί τον πλέον σίγουρο δρόμο για την καλλιτεχνική ισορροπία. Και αυτογνωσία δε σημαίνει συντηρητισμός, έλλειψη πειραματισμών, ορθολογική αντιμετώπιση της φιλοδοξίας, κυνισμός και ηττοπάθεια. Τουναντίον, πρέπει να ταϊστεί με το άνοιγμα κάθε παραθύρου και ανοίγματος του εσωτερικού μας κόσμου, αγγίγματος και γεύσης όλων εκείνων που θα μας κάνουν να τα πλησιάσουμε και θα τραβήξουν το ενδιαφέρον μας. Και όλα αυτά είναι ακίνδυνα; Αμφιβάλλω, δε θα μάθεις όμως ποτέ αν δεν περάσεις από κει. Αν είσαι τυχερός και ικανός, θα επιζήσεις ως λαμπερό πνεύμα, αν όχι, είτε θα κάνεις πίσω τρομαγμένος είτε θα πληγωθείς, κάποτε ανεπανόρθωτα. Στο ενδιάμεσο, φωλιάζουν κόσμοι που μπορούν να προσφέρουν ευτυχία στη ζωή, δεν είναι άσπρο μαύρο η διαδρομή, και, πολύ περισσότερο, το ταξίδι τελικά είναι κείνο που θα προσφέρει πληρότητα και συγκίνηση, και όχι η γραμμή τερματισμού. Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Νομίζετε πως κάποιος που πάτησε στο Έβερεστ θα σταματήσει ν’ αναζητά βουνοκορφές που δεν έχει επισκεφθεί;
       
      Ένας ακόμη λόγος που έκανα αρχικά τον παραλληλισμό του θρυλικού ταβανιού της γης με τον απόλυτο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας, είναι και ο ακόλουθος. Πέρα από την αναντίρρητα καθοριστική σημασία του παίκτη, υπάρχουν τα μέσα, ο εξοπλισμός που χρειαζόμαστε, πολύ η λίγο, προκειμένου να τραβήξουμε την ανηφόρα της εξερεύνησης. Όργανα, κιθάρες, ενισχυτές, ηχητικά εφέ. Αναρωτιέται κάποιος, γιατί κάτι να στοιχίζει Α και να κάνει μια δουλειά, και κάτι άλλο που κάνει την ίδια φαινομενικά εργασία να κοστίζει Α επί 10, 50, 100. Σωστά μεν αλλά όχι απόλυτα. Όπως λοιπόν όταν ανεβαίνεις το Έβερεστ απαιτείται εξοπλισμός, χρόνος και χρήμα, και παρόλη την ενδελεχή προετοιμασία και αφοσίωση μπορεί να βρεθείς 50 μέτρα από την κορυφή και να αναγκαστείς να γυρίσεις πίσω, έτσι και με τον ήχο. Αν σε γυρίσει ο καιρός, προσεύχεσαι κι ελπίζεις, αν όμως η αιτία είναι κάτι που δεν σκέφτηκες να πάρεις μαζί η δεν προετοίμασες σωστά, τότε θα πρέπει να ψάξεις να το έχεις την επόμενη φορά. Σχεδόν τα πάντα θα σε πάνε στο 90% της διαδρομής, εκείνο όμως που θα σε ανεβάσει στο τέρμα είναι αυτό το μικρό κομματάκι του παζλ, που –αλίμονο, κοστίζει πανάκριβα. Είτε μιλάμε για κιθάρα, είτε για πετάλια, ενισχυτές και μαγνήτες. Τα μεγάλα προβλήματα ξεκινούν όταν γευτείς αυτόν τον κόσμο και μαγευτείς από όσα προσφέρει. Τότε, πολύ δύσκολα επιστρέφεις εκεί που ήσουν. Κάπως σα να σου δώσουν να οδηγήσεις μια Φεράρι και μετά πρέπει να μπεις στο Φίατ για να γυρίσεις σπίτι. Και θα μου πεις, χρειάζομαι ένα πανάκριβο όχημα για να γυρίσω σπίτι μου, τα άλλα δε θα με πάνε; Σωστά, και ένα Όπελ και το λεωφορείο της γραμμής μια χαρά θα την κάνουν τη δουλειά, εσύ είσαι αυτός που θα αποφασίσει πως θα μετακινηθείς όμως. Δε σας κρύβω πως ζηλεύω πολύ εκείνους που δεν χρειάζονται τα πολλά και τα ακριβά και μεγαλουργούν με το τίποτα. Αληθινά τους θαυμάζω, σέβομαι όμως το πάθος και τη δίψα του κάθε συνανθρώπου μου και ομότεχνου μου, αρκεί να έχει ξεκαθαρισμένα στο μυαλό του προτεραιότητες και δυνατότητες. Οι αναβάσεις κάθε μορφής και είδους είναι πρόκληση, μεθύσι, ζωογόνος δύναμη, πεμπτουσία της ύπαρξης, απαιτούν όμως πολλά και δύσκολα.
       
      Γνωρίστε τον εαυτό σας, αφουγκραστείτε τα μύχια της ψυχής σας, μετρήστε τις δυνάμεις σας, εμπλουτίστε τις γνώσεις σας, μάθετε τα όρια σας, αξιολογήστε τις ικανότητες σας, διαλέξτε το σημείο που κάνει την καρδιά σας να πεταρίζει και ξεκινήστε την αναρρίχηση. Είτε είναι στα 50 μέτρα είτε στα 850, το ίδιο νικητές θα είστε, γιατί εσείς διαλέξατε τον στόχο και τον προορισμό.
       
      Καλό ταξίδι.

    • Yannis Methenitis
      Το Mastering είναι το τελευταίο δημιουργικό βήμα στην παραγωγή της ηχογράφησης. Η γέφυρα μεταξύ της μείξης και της διανομής.
      Είναι η τελευταία ευκαιρία να βελτιώσουμε τον ήχο και να διορθώσουμε προβλήματα σε ένα ακουστικά διαμορφωμένο χώρο.
       
      Μετά την ηχογράφηση και μείξη ενός τραγουδιού, ο Mastering Engineer εξισορροπεί τα ηχητικά μέρη στο ακουστικό φάσμα και βελτιστοποιεί το κομμάτι για αναπαραγωγή σε ποικιλία μέσων και μορφών. Κάποιες φορές δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα, ενώ άλλες θα  βάλει την τελευταία πινελιά για το τελικό αποτέλεσμα. Αυτή η τελική έκδοση του κομματιού είναι γνωστή ως "master recording" και είναι αυτή που καταλήγει στα streaming ή download sites και στη δημιουργία φυσικών μέσων όπως CD ή βινύλιο.

      Το Mastering είναι ισότιμα τεχνικό και δημιουργικό.

      Οι Mastering Engineers χρησιμοποιούν σουίτες ηχογράφησης DAW με εργαλεία όπως ισοστάθμιση, συμπίεση και άλλα εφέ για να ρυθμίσουν εντάσεις, fades, στερεοφωνική εικόνα και ίσως να βελτιώσουν τον ήχο. Είναι επίσης η δουλειά του μηχανικού να διασφαλίζει ότι το κομμάτι σας ακούγεται εξ ίσου καλά, σε όποιο σύστημα αναπαράγεται. Από μικρά ηχεία laptop και κινητά τηλέφωνα μέχρι home theater, hi end συστήματα και ηχητικές εγκαταστάσεις κλαμπ και σινεμά.

      Το Mastering είναι επίσης το τελικό στάδιο ποιοτικού ελέγχου για τη μουσική σας.
      Είναι η τελευταία ευκαιρία να βεβαιωθείτε από ένα τρίτο και έμπειρο αυτί ότι δεν υπάρχουν σφάλματα ή τεχνικά προβλήματα προτού κυκλοφορήσει. Γι αυτό το mastering είναι σημαντικό βήμα στη διαδικασία παραγωγής.
       
      Λίγη ιστορία.

      Στην αρχή οι mastering engineers λέγονταν transfer engineers γιατί η δουλειά τους επικεντρωνόταν στη μεταφορά της ηχογράφησης από την ταινία στους 10-ιντσους δίσκους shellac 78 στροφών. Κι αυτό προέκυψε γιατί το υλικό αυτό και το βινύλιο (PVC) στη συνέχεια, είχε μηχανικούς περιορισμούς στην χωρητικότητα αλλά και στα μπάσα, την ένταση και τις δυναμικές που μεταφράζονταν σε μεγάλα αυλάκια που επίσης μπορεί να έκαναν την βελόνα ανάγνωσης να ξεφύγει απο την πορεία της και να πηδήξει αυλάκι.

      Με την έλευση του 12" βινυλίου με τα 23 λεπτά διάρκεια ανα πλευρά, το LP εξυπηρετούσε την αναπαραγωγή μεγάλων κλασικών έργων καθώς και συλλογές τραγουδιών σαν άλμπουμ. Οι mastering engineers ειδικεύτηκαν περισσότερο και φρόντιζαν να υπάρχει σωστή σειρά, ενιαίος ήχος και δυναμικό εύρος στο σύνολο των κομματιών, αφού ακούγονταν απο την αρχή ως το τέλος τους δίσκου σαν ολοκληρωμένο έργο.

      Απο τα 80'ς και μετά, το ψηφιακό CD επέτρεψε την αναπαραγωγή πολύ χαμηλών συχνοτήτων αλλά και μεγαλύτερο δυναμικό εύρος.
      Οι mastering engineers ασχολήθηκαν περισσότερο με την βελτιστοποίηση του ήχου ενω για μια εικοσαετία, παρακινούμενοι απο τους παραγωγούς επιδόθηκαν σε ένα ξέφρενο ανταγωνισμό loudness (έντασης), πως δηλαδή ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο θα ακούγεται δυνατότερα δίπλα σε κάποιο άλλο, μιας και το δυνατό εντυπωσιάζει μεν χωρίς απαραίτητα να είναι ποιοτικότερο ηχητικά, δε.

      Στα 00'ς και με το internet οι mastering engineers έγιναν επίσης υπεύθυνοι για την αναπαραγωγή σε ένα ευρύ φάσμα ψηφιακών συσκευών και νέων πλατφορμών.

      Τα streaming sites, όπως το Spotify, το Soundcloud και η Apple Music, χρησιμοποιούν δικά τους σημεία αναφοράς στην ένταση για να διασφαλίσουν ότι όλα τα κομμάτια αναπαράγονται με λίγο - πολύ την ίδια ένταση.
      Εάν ένα κομμάτι είναι πολύ ήσυχο, το Spotify θα αυξήσει αυτόματα την ένταση. Ομοίως, θα την χαμηλώσουν εάν είναι πολύ δυνατή. Ωστόσο, αυτό έχει αρνητική επίδραση σε αυτά μιας και συμπιέζονται αυτόματα ακόμα περισσότερο και τυχαία, ακυρώνοντας όποιες δυναμικές υπήρχαν, με αποτέλεσμα να ακούγονται αφύσικα συμπιεσμένα.

      Γι αυτό είναι σημαντικό το master να έχει το level ειδικά για τη συγκεκριμένη πλατφόρμα ή το μέσο που θα κυκλοφορήσει.

      Να προσλάβετε έναν Mastering Engineer ή να το κάνετε μόνος σας;

      Το Mastering έχει τη φήμη σκοτεινής τέχνης και στελεχώνεται απο άτομα που εκπαιδεύουν τα αυτιά τους σε διάφορα είδη μουσικής και κορυφαία συστήματα ακρόασης, πολλά χρόνια.
      Είναι επίσης πολύ σημαντικός ένας σωστά ακουστικά επεξεργασμένος χώρος και ένα ποιοτικό σύστημα ηχείων, κάτι που δυστυχώς μπορεί να κοστίσει χιλιάδες ευρώ. 

      Γι αυτούς τους λόγους, ίσως είναι καλύτερο να απευθυνθείτε σε έναν έμπειρο μηχανικό για να ολοκληρώσετε το έργο σας, ακόμα και σε μεγάλους, γνωστούς οίκους του εξωτερικού για να είστε σίγουροι πως δεν θα πέσετε σε τυχαίο pretender. Είναι επίσης μια ευκαιρία να πάρετε μια δεύτερη γνώμη από κάποιον με φρέσκο και έμπειρο αυτί, ιδιαίτερα όταν έχετε ακούσει το ίδιο κομμάτι για μήνες ατελείωτα. Ωστόσο, η υπηρεσία αυτή κοστίζει και μπορεί να πληρώσει κανείς από 50 έως 150 ευρώ το κομμάτι σε έναν έμπειρο μηχανικό.

      Υπάρχουν επίσης αυτοματοποιημένες υπηρεσίες mastering όπως τα Landr και Aria, που χρησιμοποιούν αλγόριθμους υπολογιστών για να κάνουν τις μίξεις σας να ακούγονται πιο κοντά σε δημοφιλείς παραγωγές. Ωστόσο, αυτή είναι μια σχετικά νέα υπόθεση και πολλοί θεωρούν ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν το προσεγγίζουν όπως κάποιος έμπειρος επαγγελματίας.
       
      Εναλλακτικά, με ένα βιβλίο σαν αυτό του μάστορα του είδους, Bob Katz, Mastering Audio: The Art and the Science απαραίτητα και καλή υποδομή με προσεγμένα  ηχεία, μπορεί να κάνετε αρκετά για να καλύψετε τις προσωπικές ανάγκες σας και να μην χαλάσετε αυτό που τόσο πολύ κοπιάσατε να ηχογραφήσετε.
       

    • Yannis Methenitis
      Θέλω να μονώσω το χώρο μου
      Η απάντηση έχει δύο σκέλη που αφορούν τη διόρθωση και την στεγανοποίηση του χώρου.
      Ποιό από τα δύο νομίζεις ότι χρειάζεται ο χώρος;
       
      Να μονώσεις το δωμάτιο ώστε να μη διαφεύγει ο ήχος από και πρός τα έξω για να μην ενοχλείς ή ενοχλείσαι;
      Αυτό επιτυγχάνεται με κατασκευή τοιχοποιίας που προσθέτει μάζα και στεγανοποίηση στις πόρτες και παράθυρα.  Να διορθώσεις τον ήχο απο τις αντηχήσεις μέσα στο δωμάτιο;
      Αυτό γίνεται με απορροφητικά υλικά (πετροβάμβακα, Ρικοφόν, Izifon, κ.α.) και κατασκευές πάνελ που απορροφούν ή και διαχέουν ελεγχόμενα τις αντηχήσεις. Αν είναι να κάνεις και τα δύο μη τα μπερδεύεις. Είναι διαφορετικές διαδικασίες και απαιτείται σχετική μελέτη.
      Για την διόρθωση δωματίου υπάρχουν έτοιμες λύσεις απο εταιρίες όπως η Auralex, που προσφέρει πακέτα μελετημένα για κάθε διάσταση. Δεν είναι φτηνά, όμως από το να πετάξεις έστω και λιγότερα και να μη κάνεις δουλειά τελικά, αξίζει τον κόπο. Παράλληλα υπάρχουν λύσεις απο εταιρίες όπως Alphacoustic, Acoustasonics, t.akoustik, κ.α.
       

       
      Τι λέμε ηχείο - monitor αναφοράς;
      Monitoring σημαίνει παρακολούθηση - ακρόαση, γι αυτό και ένα ηχείο τείνει συχνά να αποκαλείται monitor απο τους κατασκευαστές.
      Reference ή studio monitor είναι αυτό με προδιαγραφές για χρήση ελέγχου της μουσικής.
      Studio ή Reference Μόνιτορ = ηχείο αναφοράς.
      Ένα ηχείο αναφοράς θα αποδώσει σωστά μια ηχογράφηση με μικρές αποκλίσεις, ενώ ένα άλλο θα προσθέσει ή θα αφαιρέσει ανάλογα με τις αδυναμίες στη σχεδίαση του.
      'Ενα ηχείο multimedia ή υπολογιστή, δεν κατασκευάζεται με προδιαγραφές πιστότητας.
      Όχι γιατί ψάχνει άλλο ήχο, αλλά επειδή σχεδιάστηκε με απλά υλικά για να πουλιέται φτηνά και να εξυπηρετεί τον σκοπό του που είναι να έχει ήχο ο υπολογιστής.
      Ειδικότερα για τα ηχεία αναφοράς εδώ: 
       
      Τι είναι το power conditioner;
      Ενα power conditioner φιλτράρει και "καθαρίζει" το εναλλασσόμενο ρεύμα της πρίζας σας.
      Το ρεύμα έρχεται με πολύ θόρυβο από άλλες συσκευές καθημερινής χρήσης, air-condition, τροφοδοτικά υπολογιστών, κλπ.
      Παράλληλα προστατεύει τις συσκευές από το ασταθές ρεύμα, την υπερτροφοδότηση, τους κεραυνούς, κλπ.

       
      Τι είναι Normalization
      Είναι η διαδικασία αύξησης ή μείωσης της ηχητικής στάθμης σε σουίτες επεξεργασίας ψηφιακού σήματος.
      Με το Νormalization προστίθεται ένα σταθερό ποσό έντασης στην επιλεγμένη περιοχή του αρχείου ανεβάζοντας συνολικά την ένταση, χωρίς να επηρεάζεται δυναμικά η αρχική ηχογράφηση. Τυπικά λοιπόν η υψηλότερη κορυφή θα ανέλθει στο 98 - 100% (μεταξύ -0.3 και 0 dB) ενώ τα χαμηλότερα περάσματα θα παραμείνουν ποσοστιαία χαμηλότερα και στην ίδια σχέση που είχαν με τις κορυφές.
      Το Νormalization προστίθεται στο τελικό στάδιο και μετά από οποιαδήποτε δυναμική επεξεργασία.
       

       
      Τι είναι το mp3;
      Το mp3 είναι πρωτόκολλο συμπίεσης ήχου με σκοπό να μειωθεί το συνολικό μέγεθος του αρχείου.
      Είναι "lossy" μορφή επειδή η συμπίεση είναι μη αναστρέψιμη και ορισμένα από τα αρχικά δεδομένα της πηγής χάνονται κατά τη διάρκεια της συμπίεσης. Προσφέρει δυνατότητα της επιλογής του ποσοστού συμπίεσης. 
      Άν συμπιεστεί πολύ, το αρχείο θα είναι μικρότερο αλλά και η ποιότητα χειρότερη.
      Εξυπηρετεί κυρίως για να στείλουμε μουσική κάπου (upload, email, streaming κ.α.) αλλά δεν το χρησιμοποιούμε σαν σημείο αναφοράς στο recording.

    • npap
      Το σωστό panning δυστυχώς δεν γίνεται βάζοντας "απέναντι" τις κιθάρες, ούτε υπολογίζεται με ποσοστά επί τις %. 
       
      Τα "είδωλα" των οργάνων στην στερεοφωνική εικόνα δεν είναι σταθερά κατά την διάρκεια του mix και αλληλοεπηρεάζονται με τα γειτονικά τους (και όχι μόνο) σε κάθε επέμβασή μας. "Μετακινώντας" κάποιο με το pan ή ανεβοκατεβάζοντας την έντασή του ή ακόμα ακόμα "πειράζοντας" το συχνοτικά με ένα eq, ήδη έχουμε επηρεάσει ανάλογα και τα υπόλοιπα. Κυρίως όμως αυτό που μας ενδιαφέρει, την συνολική ισορροπία στην στερεοφωνία ώστε η "ενέργεια" να "μοιράζεται", ξεκινώντας πάντα από το κέντρο.
       
      Οπότε η θέση των οργάνων πρέπει συνεχώς να "διορθώνεται" καθ όλη την διάρκεια του mix μέχρι να καταλήξουμε και μάλιστα  να είναι πάντα το τελικό μας "χτένισμα". Καλό βέβαια είναι το "τελικό" να γίνεται με ξεκούραστα αυτιά (άλλωστε ειδικά μετά τα σαράντα έχει πολύ πλάκα το τι και πως ακούει ο καθένας μας και αν μπει και η κόπωση στη μέση βράστα).
       
      Έτσι, όσο πιο απλά μπορώ να το θέσω, το "μυστικό" είναι να αντιμετωπίζεις το mix σαν ακροατής μιας μπάντας. Φρόντισε λοιπόν ανά τακτά χρονικά διαστήματα να στήνεσαι στο sweet spot των ηχείων σου (τα ακουστικά εδώ τα ξεχνάς για λίγο) και να προσπαθείς να "δεις" τους μουσικούς σου στον χώρο (κλείνοντας για λίγο και τα μάτια έχεις καλύτερη αντίληψη). Σου ακούγονται σωστά εκεί που θα έπρεπε να είναι και ισορροπημένοι μεταξύ τους?... αν όχι, διορθώνεις προσωρινά θέσεις και εντάσεις και πας παρακάτω. Εννοείται ότι η χρήση των effects (ειδικά του reverb) λειτουργεί "καταλυτικά" ως προς την αίσθηση της θέσης των "ειδώλων".
       
      Η όλη διαδικασία να γίνεται σε "ρεαλιστική ένταση" και όχι χαμηλά γιατί οι ρυθμίσεις θα βγουν λάθος. Επίσης βοηθά πολύ να ακούς αποσπασματικά γκρουπάροντας τα solo σε ομάδες οργάνων (πχ τις ρυθμικές κιθάρες ξεχωριστά). Το σωστό γκρουπάρισμα των επιμέρους οργάνων είναι σημαντικότατο όχι μόνο για το pan φυσικά.
       
      Σημαντικό βοήθημα είναι και το να ακούς συχνά και mono / stereo σε  A/B συγκρίσεις. Έτσι και δεν θα "θάψεις"  κάτι ξεχασμένο στα άκρα και θα αποφύγεις εύκολα τις "υπερβολές" και το σύνηθες λάθος των περισσότερων που προσπαθώντας να "απλώσουν" την στερεοφωνία δημιουργούν μια "τρύπα" στο κέντρο συσσωρεύοντας "αφύσικη" ενέργεια στα άκρα.  ΠΑΝΤΑ η "ενέργεια" πρέπει να απλώνεται "γραμμικά" χωρίς κενά (πλην περιπτώσεων που το επιδιώκουμε για x λόγους).
       

       
      Τέλος ένα VST plug in όπου μπορείς να συμβουλεύεσαι (ή και να επεμβαίνεις με σύνεση όμως) στο mid και τα sides του mix σου είναι τo Voxengo MSED και είναι και free.
       
       
      EDIT - ακολούθως συμπληρώνω με την απάντηση που έδωσα στις παρατηρήσεις των φίλων μας στα σχόλια.
       
      Χονδρικά, ο άνθρωπος βρισκόμενος σε ένα χώρο, αποκτά αίσθηση της απόστασης και της θέσης μιας ηχητικής πηγής μέσα σε αυτόν, από τις διαφορές των ηχητικών σημάτων (χρονικές και έντασης) που φτάνουν στα δυο αυτιά του.
       
      Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, είναι ότι τα αυτιά μεταφέρουν την πληροφορία αλλά πάντα στο τέλος ο εγκέφαλος καλείται να «ερμηνεύσει» τα ηχητικά δρώμενα κατά κανόνα υποκειμενικά.  Καλώς η κακώς η ακοή ως αίσθηση επηρεάζεται κατά  κάποιο τρόπο λογαριθμικά και από τις εξωτερικές διεγέρσεις αλλά και από το θυμικό.  Είναι αδύνατο να μετρηθεί αντικειμενικά σε προβολή με την πραγματικότητα μια κοινή ακουστική αίσθηση που προκαλεί ένα ερέθισμα, καθότι  μπορούν να δοθούν από τον κάθε ακροατή ξεχωριστά μεγάλες διάφορες στις εκτιμήσεις του. Επίσης συνυπολογίστε το ότι παρότι η ακουστική αντίληψη  παίζει σημαντικό ρόλο και η ταυτόχρονη χρήση της όρασης (όταν η πηγή είναι ορατή) επηρεάζει θετικά την ακρίβειά στον εντοπισμό της θέσης της βελτιώνοντας δραστικά την διαδικασία…
       
      Μετά από τόσα χρόνια στο κουρμπέτι πάντως, έχω καταλήξει ότι καλή η ακουστική και η ηλεκτροακουστική αλλά το παιχνίδι στην πράξη ορίζεται εν πολλοίς από την ψυχοακουστική η οποία κάνει άνω κάτω τα όποια νούμερα μέτρησης υπολογισμού και καταγραφής. Αnyway και παμ’ παρακατ’.
       
      Επί της ουσίας οι στερεοφωνικές μέθοδοι κατά την ηχογράφηση, επεξεργασία και αναπαραγωγή είναι η τεχνητή προσπάθεια μας να δημιουργήσουμε την αίσθηση της αρχικής φυσικής κατανομής του ήχου στον χώρο.
       
      Τώρα η απόλυτη σχέση «αιτίας αιτιατού» (που μπορούμε να την ορίσουμε και ως «πιστότητα») έχει να κάνει κυρίως με την κλασική μουσική (ή εν γένει διάφορα ακουστικά σύνολα πολλών μουσικών ειδών). Ηχογραφούμε από απόσταση με κάποια από τις δοκιμασμένες επιτυχώς στην πορεία των χρόνων stereo mic τεχνική, την φυσική ακουστική του περιβάλλοντος μαζί με την ηχητική πηγή (π.χ. μια συμφωνική ορχήστρα σε μια αίθουσα συναυλιών) και όλα καλά όλα ανθηρά στο βασίλειο της "audioμαρκίας".
       
      Αναπαράγοντας πλέον σε ένα hi end σύστημα σε ρεαλιστικές εντάσεις, εισπράττουμε εν δυνάμει αληθοφανείς εμπειρίες αναπαράστασης του αρχικού μουσικού δρώμενου. Κάποιες φορές και συγκλονιστικές. 'Οσοι είχαν την τύχη να απολαύουν ανάλογες, με καταλαβαίνουν φαντάζομαι καλύτερα.
       
       
       
      Στα καθ ημάς από την άλλη, για κοινωνικο-εμπορικο-οικονομικούς κατά βάση λόγους που δεν είναι του παρόντος αλλά φαντάζομαι κατανοείτε, ως επί το πλείστον στην μουσική βιομηχανία η ηχογράφηση της ηχητικής πηγής, γίνεται από πολύ κοντινή απόσταση (close mic technique). Αποτέλεσμα η καταγραφή όσον δυνατόν λιγότερο της φυσικής ακουστικής του περιβάλλοντος δηλαδή με όσα δυνατόν λιγότερα στοιχεία χώρου.
       
      Αναπόφευκτα λοιπόν στην σύγχρονη μουσική, το panning (σε συνδυασμό πάντα με τα effect εξομοίωσης χώρων και τις εντάσεις) αποτελεί περισσότερο μια δημιουργική post production διαδικασία, που δεν περιορίζεται απαραίτητα από την ανάγκη κάποιας φυσικής αναπαράστασης, τουλάχιστον ως προς την χωροθεσία των μουσικών (τι να πουν και τα έρμα τύμπανα που στην πορεία των χρόνων έκαναν «βόλτες» δεξιά αριστερά στις διάφορες παραγωγές).
       
      Κατά κανόνα φτιάχνουμε εκ βάθρων (περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένα) εικονικά περιβάλλοντα (σκηνές) προσπαθώντας να καθορίσουμε κατά βούληση τις θέσεις των οργάνων στον οριζόντιο και κάθετο άξονα με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αλληλεπιδρούν αρνητικά ως προς την διακριτότητα τους και να μην αλλοιώνονται (το δυνατόν) οι χροιές τους «αναπνέοντας» αναλογικά στο δικό τους μέρος, υπηρετώντας την μουσικότητα και δίνοντας την ψευδαίσθηση στον ακροατή του αμιγούς ηχητικού δρώμενου σε έναν χώρο κι όχι της αποσπασματικής multitrack “συραφής”.
       
      Κι αυτό ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΕΥΚΟΛΟ… πέραν της έλλειψης της επικουρικής βοήθειας της όρασης και την μη γραμμική συμπεριφορά της ευαισθησίας της ακοής αναλόγως της συχνότητας, έχουμε να παλέψουμε συνεχώς και με το φαινόμενο masking effect που στην εξέλιξη του mix επηρεάζει την γενική ηχητική συνισταμένη και ως προς την ικανότητα διάκρισης της κάθε θέσης οργάνου ανά πάσα χρονική στιγμή (το «σπρώξιμο» που λέγαμε) και αποκρύπτοντας παράλληλα επιμέρους πληροφορία ή αλλοιώνοντας την χροιά της.
       
      Τεράστιο ρόλο στην δυνατότητα επιτυχούς panning παίζει και η «σωστή» ενορχήστρωση. Δεν είναι δύσκολο με μια κακή με 5 όργανα να οδηγήσουμε ένα mix σε μια «ηχητική λάσπη», ενώ από την άλλη με 10 σε μια καθαρή όπου όλα θα ακούγονται δεμένα αλλά ταυτόχρονα και ευκρινή. Επίσης ρόλο παίζει και το Pan law που έχουμε επιλέξει στο daw αλλά δεν με βλέπω να τελειώνω σήμερις (άλλωστε η τιμή των 3db boost στα άκρα που νομίζω ότι δίνεται ως default επί το πλείστον στα daw είναι μια γενικά αποδεκτή τιμή).
       
      Εν κατακλείδι μην περιορίζετε την φαντασία σας. Αν σας ακούγεται κάθε φορά ωραία το αποτέλεσμα (σε ένα αποδεκτό μόνιτορ σύστημα), τότε περί σπιτικής κολοκυθόπιτας το ανάγνωσμα και κερνάτε και τους άλλους από αυτήν. Άσε που μπορεί να δημιουργήσετε "σχολή" με μια πρωτότυπη προσέγγιση... ποιος ξερ'. 😎
       
      Π.χ. Θέτε το μπάσο δεξά?. No prob. Στράτο μου η κατευθυντικότητα ξεκινά μετά από τα 80 έως 120Hz περίπου. Απλά ντουμπλάρισε το κανάλι του μπάσου. Στο πρώτο βάλε ένα high cut φίλτρο στα 120 και άστο στο κέντρο σε mono mode. Στο δεύτερο ένα low cut πάλι στα 120 και γείρε το όσο δεξιά θέλεις (σε stereo mode αυτό φυσικά). Κατόπιν πειραματίσου λίγο ως προς την ένταση μεταξύ τους για να μην «γέρνει» πέραν του φυσιολογικού το master διατηρώντας επαρκή την ενέργεια του και με την κλίση οκτάβας στα φίλτρα (ξεκίνα στα 18db και κινήσου αυξητικά) για να είναι ομαλή η μετάβαση και είσαι έτοιμος (ο στόχος λογικά είναι να παραμείνει ο ήχος ίδιος με το αρχικό για αυτό κράτα το και αυτό σε ένα τρίτο κανάλι για A/B συγκρίσεις. Εκτός αν δεν σε νοιάζει κάτι τέτοιο και βρεις κάποιον ήχο πλέον που σου αρέσει περισσότερο κατά το blend).😉
       
      Ελπίζω να λύθηκαν οι απορίες σας (σε κάποιο βαθμό έστω) και επιφυλάσσομαι.
       
       
      ΥΓ.
        
       
      Στην συγκεκριμένη περίπτωση που απλά θέλουμε απλά να "ανοίξουμε" ή να "κλείσουμε" την αίσθηση της στερεοφωνίας, ναι. Σε ένα ή περισσότερα subgroup και ή master. Επ ευκαιρία όμως πιο ειδικά για pannnig και όχι μόνο, ρίχτε μια ματιά στο καταπληκτικό Pan Pot της Goodhertz.

       
      https://goodhertz.co/panpot/
       

    • Yannis Methenitis
      Τα balanced καλώδια συνήθως καταλήγουν σε βύσματα XLR ή στερεοφωνικό καρφί και χρησιμοποιούνται στη διασύνδεση συσκευών σε αποστάσεις μεγαλύτερες απο 2-3 μέτρα για την αποφυγή απώλειας σήματος. Τα Unbalanced καταλήγουν σε μονοφωνικό καρφί ή RCA και χρησιμοποιούνται στη διασύνδεση συσκευών σε μικρή απόσταση αφού όσο μακρύτερο το καλώδιο τόσο μεγαλύτερη η απώλεια του αρχικού σήματος. Απώλειες σε καλώδιο κάτω απο 3 μέτρα δύσκολα γίνονται αισθητές.
       
      Unbalanced είναι η μεταφορά σήματος μέσω καλωδίου 2 αγωγών. Στον ένα αγωγό περνά το σήμα και ο άλλος είναι η γείωση.
      Η balanced σύνδεση χρειάζεται καλώδιο 3 αγωγών. Στον ένα αγωγό είναι η γείωση και στους άλλους 2 το σήμα (στον έναν με αντεστραμμένη φάση).
       
      Τα δύο αυτά σήματα (το κανονικό hot ή +, και το αντεστραμμένο cold ή -) φθάνοντας σε μία κονσόλα ή σε οποιαδήποτε συσκευή δέχεται balanced σύνδεση θα περάσουν από ένα κύκλωμα που ονομάζεται διαφορικός ενισχυτής.  Δουλειά αυτού είναι να "αφαιρέσει το ένα σήμα από το άλλο. Γι αυτό και ονομάζεται διαφορικός. Το αποτέλεσμα θα είναι να διπλασιαστεί το σήμα (εφόσον έχουν διαφορά φάσης και αφαιρούνται) και θα αφαιρεθεί τυχόν θόρυβος που θα "μαζέψουν" τα καλώδια στη διαδρομή (εφόσον αν μαζέψουν θόρυβο οι 2 αγωγοί σήματος θα έχουν την ίδια φάση και στην αφαίρεση θα μηδενιστεί). Το unbalanced σήμα των 2 αγωγών δεν έχει τέτοιες δυνατότητες και γι αυτό λέμε ότι βγάζουν θόρυβο.
       

       
      Πιο αναλυτικά τα λέει ο @lxenos.
       
       

    • Yannis Methenitis
      Ως μουσικοί, όλοι έχουμε βιώσει κάποια στιγμή παράπονα από γείτονες ή μέλη της οικογένειας για τον θόρυβο που κάνουμε. Για τους κιθαρίστες, μπασίστες και πληκτράδες ξεπερνιέται εύκολα, καθώς μπορούν να φορέσουν ένα ζευγάρι ακουστικών. 
      Οι ντράμερ από την άλλη δεν μπορούν, ειδικά όταν πρόκειται για ένα πλήρες ακουστικό κιτ. Επομένως, τα ηλεκτρονικά ντραμς φαίνεται να είναι η απάντηση για εξάσκηση ή ηχογράφηση στο σπίτι, επειδή είναι εντελώς σιωπηλά. 
       
      Λάθος! Τα ηλεκτρονικά τύμπανα μπορούν να δημιουργήσουν θόρυβο με διάφορους τρόπους. Δεν μιλάω για την ένταση ενός ηχείου ή των ακουστικών αλλά για δομικό θόρυβο και κραδασμούς.
       
      Ένα από τα πιο προφανή προέρχεται από τις μπαγκέτες που χτυπούν τα pads, ειδικά όταν αυτά είναι συμπαγή και όχι mesh (δίχτυ). 
      Τα περισσότερα ηλεκτρονικά κιτ εδράζονται σε ένα ράκ και οι δονήσεις απο τα pads κατεβαίνουν στο πάτωμα. Το ίδιο ισχύει και για τα πιάτα.  Επίσης υπάρχει η μπότα όπου το χτύπημα στο pad και οι μηχανικές δονήσεις από το πεντάλ φτάνουν στο πάτωμα. 
       
      Όλα αυτά μπορεί να είναι αρκετά ενοχλητικά για τους γείτονες, ιδίως γι αυτούς απο κάτω εάν βρίσκεστε σε διαμέρισμα αλλά και για τους δίπλα. Το μόνο που ακούνε είναι «χτύπημα, κλικ, χτύπημα, κλικ» για ώρες κάποιες φορές και καταλήγει να είναι αφορμή σύγκρουσης και εχθρότητας. Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απο ένα κακό γείτονα. Πόσο μάλλον όταν έχει δίκιο.
       
      Ευτυχώς, υπάρχει λύση στο πρόβλημα, που είναι η κατασκευή μιας υπερυψωμένης πλατφόρμας για το ηλεκτρονικό σας κιτ.
       
      Λύση Α
      Η κατασκευή θα έχει διαστάσεις 170 Χ 170 εκατοστά και ύψος περίπου 10 εκ.
      Μπορείτε να την επενδύσετε με μια μοκέτα ή χαλί και έτσι να μην ξεχωρίζει αρνητικά απο τον σπιτικό διάκοσμο. 
       
      Η κατασκευή αποτελείται απο:
      2x φύλλα MDF 170X170X2,5 εκ. 28 Eλαστικά VIBRO EP 6x6cm πάχους 5cm Μπλε.(4,50€/τεμ+ΦΠΑ) ίνες πολυεστέρα iZifon για αποφυγή του πετροβάμβακα 
      Σχεδιάζετε στο πάτωμα την περίμετρο της πλατφόρμας με χαρτοταινία.
      Βιδώνετε τα δυο φύλλα MDF μεταξύ τους σε 4 σημεία. Προσοχή γίνεται βαρύ και πρέπει να προνοήσετε να το κάνετε όρθιο ακουμπισμένο στον τοίχο, για να το ακουμπήσετε ευκολότερα πάνω στα pads. Μπορείτε και να τα κολλήσετε επάνω με ταινία διπλής όψης πριν το ακουμπήσετε στο πάτωμα.
      Φροντίζετε να μοιράσετε τα Vibro περιμετρικά αλλά και εκεί που κάθεστε κυρίως που είναι το μεγαλύτερο βάρος, όπως για παράδειγμα στο διπλανό σχέδιο.
      Συμπληρώνετε με πετροβάμβακα ή iZifon τα κενά μεταξύ των pads.
       
       
      Λύση Β
      Η δεύτερη λύση έχει μέγιστη απόσβεση στις χαμηλές συχνότητες και κατασκευαστικά διαφέρει μόνο στο ότι χρησιμοποιούνται 10 ελατήρια αντι ελαστικά pads.
      2x φύλλα MDF 170X170X2,5 εκ. 10x VIBRO AM.50. (14,40€/τεμ+ΦΠΑ.) ίνες πολυεστέρα iZifon για αποφυγή του πετροβάμβακα   
      Παράδειγμα της τοποθέτησης των ελατηρίων σε μεγαλύτερη κατασκευή.
       

       
      Οι υπολογισμοί έγιναν στο συνολικό βάρος για 2 φύλλα 170X170X2,5 εκ. MDF + ντραμς + ντράμερ, να είναι 250 κιλά +/-5%.
       
      Το κόστος και των δύο κατασκευών πλησιάζει τα 200 ευρώ έκαστη αλλά είναι απαραίτητο αξεσουάρ αν θέλετε να έχετε το κεφάλι σας ήσυχο και τους γείτονες να σας καλημερίζουν.
       
      Σίγουρα μου ξέφυγαν λεπτομέρειες στην διαδικασία κατασκευής αλλά νομίζω θα τα βρείτε μόνοι σας. Το σημαντικότερο είναι να υπάρχουν τα σχέδια και οι σωστές προδιαγραφές για πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
       
      Εναλλακτικά αν φύγουμε απο τις πρακτικές που χρησιμοποιούμε στην κατασκευή πλωτών δαπέδων για στούντιο ηχογράφησης όπως οι παραπάνω, μια άλλη λύση που κυκλοφορεί το διαδίκτυο αλλά χωρίς προδιαγραφές είναι το tennis ball riser που είναι αρκετά μπελαλίδικη δουλειά, κοστίζει κάτι λιγότερο και περιγράφεται σε πολλά βίντεο στο Youtube.
       
      Ευχαριστώ τον Αντώνη Αργουδέλη απο την Άλφα Ακουστική για την βοήθεια.
       

    • nikodemos
      Σε αυτό το δεύτερο αλλά και στο τρίτο  μέρος θα ασχοληθούμε με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες καταστάσεις. Από την μία πλευρά το πως ηχογραφούμε ένα καθαρά ακουστικό jazz orientated drum set και από την άλλη το πως προσεγγίζουμε την ηχογράφηση και επεξεργασία ενός extreme metal  orientated drum set συχνά μάλιστα υβριδικού (acoustic & triggering).

      Ο λόγος που θα τα εξετάσουμε παράλληλα είναι πολύ απλά η διαφορετικότητα τόσο στην ηχοληπτική και επεξεργαστική προσέγγιση όσο βέβαια και στο ζητούμενο αισθητικό και ηχητικό αποτέλεσμα. Έτσι από την μία πλευρά το ζητούμενο (και ανάλογα διαμορφώνεται και η προσέγγιση) είναι η ακριβής και βέλτιστη αποτύπωση του σετ μέσα στον χώρο σαν σύνολο διατηρώντας στο ακέραιο (και γιατί όχι κάνοντας πιο ευδιάκριτες) τις μικροδυναμικές και παικτικές ιδιαιτερότητες του εκτελεστή, του σετ και του χώρου. Από την άλλη πλευρά το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός συγκεκριμένου ηχητικού αποτελέσματος, με πλήρως διακριτά τα μέρη του σετ, με ελάχιστη ή και καθόλου παρουσία του φυσικού χώρου ηχογράφησης, έντονα επεξεργασμένο τόσο σε ότι αφορά την χροιά - ηχόχρωμα αλλά και τις δυναμικές και αναλογίες ανάμεσα στα τμήματα του σετ, άψογα χρονισμένο  ώστε να μπορέσει να ενταχθεί αρμονικά στην συνολική παραγωγή.

      Μιλάμε δηλαδή για 2 εντελώς διαφορετικές καταστάσεις και 2 εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις. Ας τα πάρουμε με την σειρά.

      Ξεκινώντας από το ακουστικό drum set,όπως είπαμε μας ενδιαφέρει πάρα πολύ η ακρίβεια στην αποτύπωση του σετ και του χώρου, πολλές φορές μάλιστα ως μία ενότητα. Αυτό σημαίνει βέβαια πως η επιλογή τόσο του ίδιου του σετ όσο και του χώρου είναι σημαντικότατοι παράγοντες και πιθανότατα αυτοί που θα καθορίσουν τελικά το αποτέλεσμα στο σχεδόν στο σύνολο του. Προσωπικά προτιμώ ο χώρος να μην έχει μεγάλο reverberation time αλλά από την άλλη πλευρά να έχει πλούσια αλλά ελεγχόμενα early reflections που θα δώσουν την απαραίτητη ζωντάνια στο σετ, σίγουρα όχι λοιπόν ένα "στεγνό" δωμάτιο (ένα τυπικό 70ς-80ς drum booth ας πούμε) αλλά ούτε και ένα πολύ  μεγάλο live room....έτσι μεσαίου προς μικρού μεγέθους χώροι με το κατάλληλο ύψος και ακουστική διαμόρφωση μπορεί να είναι μια πολύ επιλογή. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η επιλογή του σετ....δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σε αυτό το σενάριο ουσιαστικά θέλουμε να καταγράψουμε το ηχητικό συμβάν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και λεπτομέρεια, κάτι που σημαίνει ότι οι αποφάσεις μας σχετικά με το πως θέλουμε να ακούγεται πρέπει ουσιαστικά να έχουν ήδη ληφθεί πολύ πριν πατηθεί το rec ( ειδικά αν αναλογιστούμε και τις micing τεχνικές που θα ακολουθήσουμε). Ένα καλοκουρδισμένο λοιπόν σετ με καινούρια (αλλά στρωμένα) δέρματα (και στις resonant μεμβράνες) και τα κατάλληλα μεγέθη είναι εκ των ουκ άνευ....το ίδιο ισχύει και για το hardware (πετάλια κλπ) τα οποία θα πρέπει να είναι σε άψογη κατάσταση ώστε να αποφύγουμε θορύβους τριξίματα κλπ κλπ

      Σε ότι αφορά τα μικρόφωνα και τον τρόπο τοποθέτησης τους υπάρχουν κυριολεκτικά άπειρες επιλογές....από ένα απλό στέρεο ζευγάρι έως ένα πλήρες multi mic set up και φυσικά όλα τα ενδιάμεσα 3 & 4 mic set up's. Εδώ θα εξετάσουμε τις 2 ακραίες επιλογές ενώ στο τελευταίο μέρος θα δούμε και τις ενδιάμεσες (G.Johns, Recorderman κλπ) ...κυρίως γιατί αυτές παραπέμπουν και σε ένα πιο "ροκ" , "δυνατό" παίξιμο και feel ενώ εδώ μας ενδιαφέρει ένας πιο τζάζυ, "καθαρός" ακουστικός ίσως και απαλός, σχεδόν μελωδικός κρουστός ήχος .
       
      Το αποτέλεσμα είναι πολύ πλούσιο και γεμάτο συχνοτικά με πολύ έντονη την παρουσία των resonant skins , ίσως λίγο στρογγυλεμένο στις άκρες λόγω μεγάλου διαφράγματος και βέβαια με κάπως ανύπαρκτα τα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του σετ.....στα υπέρ το ομογενοποιημένο σύνολο και η πλούσια αλλά συμπαγής στερεοφωνική εικόνα ενώ στα κατά η αδυναμία βέβαια περαιτέρω επεξεργασίας (αν και αυτό σε πολλές περιπτώσεις είναι υπέρ).
      Εννοείται βέβαια πως τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μεταβάλλονται δραστικά (και άρα μπορεί το αποτέλεσμα να "κουρδιστεί" ακριβώς στα γούστα μας) ανάλογα με την τοποθέτηση - απόσταση, τον τύπο των μικροφώνων και την ενίσχυση τους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε 2 σχετικά "αχρωμάτιστα" LDC (414XLS - έχουν μεγάλο και "πλούσιο" ήχο χωρίς όμως να τονίζουν ιδιαίτερα κάποια περιοχή και ειδικά την επικίνδυνη 3-7Κ που μπορεί να κάνει τα πιάτα να ακούγονται ιδιαίτερα ενοχλητικά) σε καρδιοειδές πολικό διάγραμμα και τοποθετημένα σαν ένα πιο "ανοιχτό" coincident pair αλλά όχι τόσο ανοιχτό όσο ένα spaced pair. Έτσι το κέντρο της στερεοφωνικής εικόνας παραμένει στιβαρό αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν και διαφορές φάσεις ανάλογα με το κομμάτι του σετ που ακούγεται κάθε φορά και το πως αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα δημιουργώντας μια αρκετά διευρυμένη στερεοφωνία χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση του μεγέθους και του ενιαίου συνόλου. Τα 2 μικρόφωνα ενισχύονται από ένα ζευγάρι solid state tranformer ballanced mic preamps με μεταβλητή αντίσταση εισόδου. Η υψηλή τιμή της αντίστασης εισόδου σε συνδυασμό με τους μετασχηματιστές δίνουν ένα πιο scooped ήχο στα ψηλά μεσαία αποτέλεσμα με πλούσια χαμηλομεσαία που αξιοποιούν στο έπακρο το resonanse των δερμάτων και smooth αλλά λεπτομερή ψηλά. Ταυτόχρονα οι ταχύτατοι discrete opamps δίνουν το απαραίτητο "γκάζι" την στιγμή που χρειάζεται χωρίς να αλλοιώνουν καθόλου τις ήδη κάπως στρογγυλεμένες από το μεγάλο διάφραγμα του μικροφώνου δυναμικές του εκτελεστή.

      Σε ότι αφορά την επεξεργασία, εκτός από ένα σχετικά απαραίτητο eq boost (2-3db) με "ανοιχτό" εύρος στα άκρα  του συχνοτικού φάσματος (70 με 80 στα χαμηλά και περίπου 16Κ στα ψηλά), αυτό που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι το compression...πιο συγκεκριμένα έχουμε ένα κάπως "περίεργο" αλλά ενδιαφέρον signal routing ξεκινώντας από ένα dual mono "ελαφρύ" vca compression στην έξοδο της κάθε προενίσχυσης που επιστρέφει σε line in στην κονσόλα για να συνδυαστεί παράλληλα με ένα πιο agressive fet style compression το οποίο ακολουθεί μια valve distortion μονάδα που προσθέτει ένα εύηχο ποσοστό αρμονικής παραμόρφωσης (Στο συγκεκριμένο κλιπ η παράλληλη επεξεργασία είναι αρκετά χαμηλά στο μιξ αλλά ιδιαίτερα έντονη, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στις "ουρές" που αφήνουν οι μεμβράνες). Τέλος το συνολικό mix bus οδηγείται μέσα από ένα valve (mu) compressor (stereo linked) και από εκεί στο AD (Το EQ που προανέφερα ακολουθεί στο ψηφιακό domain).

      Εννοείται λοιπόν πως οποιαδήποτε αλλαγή σε όλη την παραπάνω αλυσίδα και διαδικασία μπορεί να επιφέρει σημαντικές και δραστικές αλλαγές, φέρνοντας το αποτέλεσμα πιο κοντά στις εκάστοτε ανάγκες μας....θέλω να πω πως ένα stereo mic setup μπορεί να είναι πολύ πιο ευέλικτο ηχητικά από ότι αρχικά μας φαίνεται.....για παράδειγμα επιλέγοντας ένα πιο "λαμπερό" ή πιο "σκοτεινό" τύπο μικροφώνου (πχ ένα bright SDC όπως το 451 ή ένα ribbon)
      θα έχουμε και τις ανάλογες αλλαγές στην συχνοτική απόκριση, αλλάζοντας την τοποθέτηση αλλάζουμε τόσο την στερεοφωνική απεικόνιση όσο και την παρουσία του χώρου, αλλάζοντας την προενίσχυση και το ποσοστό ενίσχυσης μπορούμε να επιτύχουμε ένα ακόμη πιο ακριβές και "γρήγορο" αποτέλεσμα ή να οδηγηθούμε σε ακόμη πιο "χρωματισμένα" saturated ηχοτοπία, αφαιρώντας ή μειώνοντας το compression και την μεθοδολογία του να έχουμε λιγότερο ή περισσότερο έντονη την παρουσία του χώρου κλπ κλπ κλπ
       
      Στο δεύτερο παράδειγμα τώρα έχουμε ουσιαστικά μια multi mic'ed  εκδοχή του ίδιου σεναρίου αλλά με μια πολύ ουσιαστική διαφορά σε σχέση με ένα κλασσικό multimic drum set. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν και πάλι το βάρος πέφτει κυρίως στα overhead & room mics με τα μικρόφωνα στην κάσα και το ταμπούρο να "συμπληρώνουν" την εικόνα.

      Ο σκοπός εδώ είναι να έχουμε ένα παραπλήσιο, ζωντανό, καθαρό και με έντονη την παρουσία του χώρου αποτέλεσμα, ταυτόχρονα όμως πιο ευέλικτο σε σχέση με την περαιτέρω επεξεργασία του και τοποθέτηση του στο μιξ.

      Στην περίπτωση αυτή και ξεκινώντας από τα overhead mics επιλέξαμε ένα κλασσικό spaced pair set up με 2 αρκετά bright SDC (451) που όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο τις λεπτομέρειες σε κάθε διαφορετικό χτύπημα στα πιάτα, τομ και ταμπούρο χωρίς να αλληλοκαλύπτονται ....σε ότι αφορά την τοποθέτηση και την απόσταση από το σετ και επειδή σκοπός είναι να καταγράψουμε το σετ ως σύνολο (με τις ιδιαιτερότητες του) επιλέξαμε να τοποθετήσουμε τα μικρόφωνα παίρνοντας ως σημείο αναφοράς τα άκρα του σετ (χωροταξικά) και όχι το ταμπούρο όπως θα κάναμε σε ένα πιο συμβατικό ποπ - ροκ σενάριο (αν παρατηρείσετε το ταμπούρο γέρνει έντονα προς τα αριστερά, όπως δηλαδή ακριβώς είναι τοποθετημένο και στο σετ). Τα μικρόφωνα οδηγούνται από το ίδιο ζευγάρι προενισχυτών όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα με μια μικρή ισοστάθμιση (ένα σχετικά "ανοιχτό" cut στα χαμηλά μεσαία ώστε να δημιουργηθεί περισσότερος χώρος για το 2ο μικρόφωνο της κάσας και ένα διακριτικό αλλά ουσιώδες bandaxal boost στα 20K) πριν φτάσουν στο AD. Αντίστοιχα τα room μικρόφωνα είναι 2 ribbon τοποθετημένα αρκετά χαμηλά δεξιά και αριστερά μπροστά από το σετ, οδηγημένα από ένα ζευγάρι προενισχύσεις μόνο με τρανζίστορ (με αποτέλεσμα ένα υπεροδηγημένο saturated σήμα) στην συνέχεια περασμένα από ένα γρήγορο slappy compression (αλλά όχι stereo linked) και τέλος από ένα Low Pass φίλτρο ώστε να γίνει ακόμη πιο smooth το χαρακτηριστικό HF roll off των παθητικών ribbon. Οι διαφορές φάσεις ανάμεσα στα 2 αυτά μικρόφωνα αλληλεπιδρούν διαρκώς μεταξύ τους δίνοντας μια μοναδική αίσθηση κίνησης και χώρου, αν και ιδιαίτερα χαμηλά στην μίξη.

      Όπως έγραψα παραπάνω τα υπόλοιπα μικρόφωνα λειτουργούν μάλλον συμπληρωματικά...έτσι έχουμε ένα 414 στο ταμπούρο (σε απόσταση περίπου 12 εκ. στο ύψος του στεφανιού κάθετα με το ταμπούρο - δίνει μια ισορροπημένη χροιά ανάμεσα στο "σώμα" του οργάνου ,στο στεφάνι και στο δέρμα...και φυσικά και στην χορδιέρα) οδηγημένο από την κονσόλα χωρίς eq πλην ενός High Pass φίλτρου για να αποφύγουμε την υπερβολική παρουσία της κάσας αλλά και των resonant skins των τομ. Στην κάσα τα πράγματα είναι κάπως πιο πολύπλοκα με ένα beta 57 στην εμπρός μεμβράνη να "κοιτάει" στο σημείο που χτυπάει ο κόπανος και ενα RODE CII με ανεστραμμένη την φάση και με ένα -10 db pad στο resonant skin (περίπου 15 εκ.από το κέντρο). Και τα 2 οδηγούνται από ένα ζευγάρι V672 κυρίως λόγω των εξαιρετικά πλούσιων χαμηλών που έχουν αλλά και τον "ευχάριστο" και εύηχο τρόπο με τον οποίο υπεροδηγούνται. Το 57άρι συμπιέζεται παράλληλα από ένα C1 TL Audio με κάπως τονισμένα τα ψηλά μεσαία (περίπου 3-3.5Κ) από το eq της κονσόλας ώστε να έχει πιο έντονο το attack ενώ το CII δεν έχει κάποια άλλη μορφή επεξεργασίας (μέσα στο DAW περνάει από ένα αρκετά δραστικό - 18db/oct Low Pass φίλτρο περίπου στα 2-2.5Κ) παρά μόνο την ίδια την υπεροδήγηση της λυχνίας του. Τα 2 μικρόφωνα γράφονται σε ξεχωριστά tracks και αποτελούν τον καλύτερο και απλούστερο τρόπο να έχουμε πλήρη έλεγχο στην χροιά της κάσας, αποτελώντας ουσιαστικά τα 2 βασικά χαρακτηριστικά του ήχου της - ο "επιθετικός" "σκληρός" ήχος του κόπανου στο δέρμα και ο "βαθύς" και γεμάτος αρμονικές ήχος του κέλυφους και της  resonant μεμβράνης - μιξαρισμένα κατά βούληση.
      Στην συνέχεια το κλιπ του παραδείγματος έχει μιξαριστεί απλά με την προσθήκη ενός πολύ διακριτικού small room impulse response στα room mic's (το οποίο είναι η καλύτερη μέθοδος για να μεταβάλετe ρεαλιστικά την αίσθηση του χώρου - χρησιμοποιήτe ένα convolution reverb κατά κύριο λόγω στα room mics προσθέτοντας ελεγχόμενες ανακλάσεις στον ήδη υπάρχον χώρο μεταβάλλοντας έτσι κατά βούληση και με ρεαλισμό τα χαρακτηριστικά του ) χαμηλά στην μίξη,  και ένα ελαφρύ glueing compression μέσω ενός συνδυασμού ενός 1" tape/15"ips IR  από το Nebulla, ένα πολύ ελαφρύ (1-2 db) boost στα άκρα με το UAD Pultec EQ  και τέλος το Mastercomp της PSP σε πολύ smooth setting (1-2 db gain reduction με πολύ αργό attack και ratio 1.4:1). Γενικά ο συνδυασμός ενός διακριτικού eq στα άκρα με ένα "γλυκό" analogue like compression - saturation στο σύνολο του σετ είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να ομογενοποιηθούν τα ξεχωριστά tracks σε ένα ενιαίο συμπαγές σύνολο.

      Τέλος να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Τασούδη που μου έδωσε την δυνατότητα (πολλές φορές) να αξιοποιήσω έστω και στο ελάχιστο το εκπληκτικό παίξιμο και ταλέντο του αλλά και το εκπληκτικό drum set του.

      Ελπίζω να το βρείτε ενδιαφέρον. Σύντομα έρχεται τα επόμενα μέρη με το metal drumset, κάποια εναλλακτικά στησίματα και τεχνικές αλλά και κάποιες συμβουλές προτάσεις για την μίξη και επεξεργασία!

×
×
  • Δημοσιεύστε κάτι...

Τα cookies

Τοποθετήθηκαν cookies στην συσκευή σας για να είναι πιο εύκολη η περιήγηση στην σελίδα. Μπορείτε να τα ρυθμίσετε, διαφορετικά θεωρούμε πως είναι OK να συνεχίσετε. Κανονισμοί της σελίδας.