Προς το περιεχόμενο
  • Άρθρα

    Άρθρα Μουσικής Τεχνολογίας
    • Sami Amiris
      Το πως γράφονται οι νότες φαίνεται απλό, λυμένο θέμα, έτσι; Κι όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Στο παρόν άρθρο υπάρχουν ορισμένα λίγο έως πολύ τραβηγμένα πράγματα, αλλά είναι σημαντικό να τα ξέρει κανείς για να καταλάβει το πως λειτουργεί το σύστημα μουσικής γραφής, ο μηχανισμός.
       
      Αυτό είναι προαπαιτούμενο ώστε να μπορέσει να κατανοήσει σε βάθος τα διαστήματα, την κατασκευή κλιμάκων, συγχορδιών, μεταβάσεις από τη μία στην άλλη, κτλ. Μην τα θεωρήσετε τετριμμένα, δεν είναι! Αντίθετα, δημιουργούν παρανοήσεις συνεχώς, τις οποίες και δεν θα έχετε εφόσον τα κατέχετε. Καλή υπομονή!

      Πόσες νότες έχουμε στη χρωματική κλίμακα;
      Απάντηση: 12.
       
      Πόσα ονόματα έχουμε για νότες;
       
      Απάντηση: Η πρώτη απάντηση που παίρνω συνήθως είναι πάλι "12". Μετά όμως το ξανασκέφτονται και μου λένε "15".  Το κακό όμως είναι ότι αν μου έλεγαν μια απάντηση, θα έπρεπε να ήταν μία από τις εξής δύο: 
      7, ή άπειρα!  
      Ναι, καλά διαβάσατε. Ας δικαιολογήσουμε τις δύο απαντήσεις.
       
      Καταρχήν, γιατί 7; Για τον προφανή λόγο: C, D, E, F, G, A, B, ή Ντο, Ρε, Μι, Φα, Σολ, Λα, Σι αντίστοιχα αν προτιμάτε ελληνιστί. Αυτά τα ονόματα αντιστοιχούν ακριβώς στα άσπρα πλήκτρα του πιάνου, σε ένα σύνολο από νότες που λέγεται "φυσική κλίμακα" (αν και το μόνο φυσικό που έχει είναι ότι παίζεται ευκολότερα από αρχάριο από τις άλλες), "Ντο Μείζων" κτλ.  
       
      Αφού τα άσπρα πλήκτρα του πιάνου έχουν αυτά τα ονόματα, τα μαύρα πλήκτρα του πιάνου ποια ονόματα έχουν; Η στάνταρ απάντηση είναι "διέσεις/υφέσεις". Έτσι, το μαύρο πλήκτρο που βρίσκεται ακριβώς δεξιά του C θα λέγεται C#, ενώ επειδή βρίσκεται ακριβώς αριστερά του D θα λέγεται ταυτόχρονα και "Db". Διπλή ονομασία λοιπόν. 
       
      Προσοχή: Τα ονόματα C# και Db δεν είναι προφανώς τα ίδια, αλλά συμπίπτουν σαν πλήκτρα στο πιάνο. Σε όργανα που μπορούν να παίζουν μικροδιαστήματα, όπως π.χ. βιολιά, τρομπόνια κτλ, δεν συμπίπτουν απαραίτητα ως τονικά ύψη. Αυτό έχει να κάνει με ιδιότητες προσαγωγέων, το αφήνουμε ασχολίαστο. Πάντως, επειδή ακριβώς συμπίπτουν στο πιάνο, θα ονομάζονται "εναρμόνιες". 
      Άρα:
      Αν δύο ονόματα νοτών αντιστοιχούν στο ίδιο πλήκτρο του πιάνου, θα λέγονται "εναρμόνια". Ή θα λέμε ότι "οι νότες τάδε και τάδε είναι εναρμόνιες" ακριβώς όταν αντιστοιχούν στο ίδιο πλήκτρο του πιάνου (ή τάστο της κιθάρας, ας μην τα χαλάσουμε για αυτό!)
       
      Άρα, τα μαύρα πλήκτρα, με βάση τα άσπρα πλήκτρα που βρίσκονται δίπλα τους, θα λέγονται:
       
      "C#/Db", "D#/Eb" για τα δύο μαύρα ανάμεσα στα C και E, και "F#/Gb", "G#/Ab". "A#/Bb" για τα τρία μαύρα ανάμεσα στα F και B.
      Όλες οι διπλές ονομασίες είναι εναρμόνιες μεταξύ τους.
      Όλα μαζί λοιπόν: 
       
      όνομα ανά πλήκτρο για τα άσπρα πλήκτρα x 7 πλήκτρα στην οκτάβα = 7x1 = 7 ονόματα, και ονόματα ανά πλήκτρο για τα μαύρα πλήκτρα x 5 μαύρα πλήκτρα στην οκτάβα= 2x5 = 10 ονόματα,
      σύνολο 7+10=17 ονόματα. Στη σειρά:
       
      C  [C#/Db]  D  [D#/Eb]  E F [F#/Gb]  G [G#/Ab]  A [A#/Bb]  B  ||  C κτλ. (επανάληψη στην οκτάβα)
       
      όπου σκέτα τα άσπρα πλήκτρα και [...] τα μαύρα πλήκτρα. 
      Όλα ωραία και καλά λοιπόν!!!  Όχι. 
      Δυστυχώς το παραπάνω είναι ελλιπές. Για να καταλάβουμε γιατί, πρέπει να δούμε λίγο πιο βαθιά τα πράγματα.
       
      Τι είναι η δίεση και η ύφεση;
      "Μα, σημείο αλλοιώσεως", θα μου πει κανείς.
       Δηλαδή;
      "Μπαίνει δίπλα στη νότα για να μας πει να την παίξουμε ένα ημιτόνιο ψηλότερα (δίεση) ή χαμηλότερα (ύφεση) από την κανονική θέση της."
       
      Σωστό. Η δίεση και η ύφεση μας λένε να παίξουμε ένα ημιτόνιο ψηλότερα ή χαμηλότερα από τη νότα στην οποία τοποθετούνται και μάλιστα χωρίς να αλλάξουμε το όνομα. Αυτό σημαίνει ότι κάνουμε έναν πολύ εύκολο υπολογισμό: 
       
      Νότα με γνωστό όνομα (από τις ""φυσικές") + Δίεση = η νότα ακριβώς ένα ημιτόνιο πάνω.
       
      Π.χ. Ντο (γνωστό όνομα) + δίεση = η νότα ακριβώς ένα ημιτόνιο πάνω από την Ντο. Πως θα την αποκαλούμε; Ντο Δίεση (C#).
       
      Μας εμποδίζει κανείς να κάνουμε το ίδιο με όλα τα ονόματα που ξέρουμε; Όχι βέβαια. Άρα, μπορούμε να βάλουμε δίεση και στο Μι. Τότε ποιά νότα θα είναι το Μι#; Θα συμπίπτει με το πλήκτρο Φα! Όμοια, μπορώ να βάλω δίεση στο Σι, και πέφτει πάνω στο Ντο. Με υφέσεις, μπορώ να βάλω ύφεση στο Φα, οπότε πέφτω στο Μι, ή στο Ντο, οπότε πέφτω στο Σι. Καινούριες εναρμόνιες λοιπόν.
       
      Έχουν νόημα όλα αυτά; Έχει νόημα να συζητάμε για E#, B#, Fb, Cb; Ναι, έχει. Από τη στιγμή που έχουμε ένα σύστημα που μπορεί να τις παράγει, είναι καλό να ξέρουμε το πως γίνεται. Και βέβαια, έχουν σημασία για τις κλίμακες.
       
      Ο ανανεωμένος μας χάρτης λοιπόν έχει τώρα τις εξής ονομασίες:
       
      B#/C  [C#/Db]  D  [D#/Eb]  E/Fb  E#/F  [F#/Gb]  G  [G#/Ab]  A  [A#/Bb]  B/Cb  ||  B#/C κτλ.
       
      Σύνολο: 21 ονόματα:
       
      7 σκέτα (C, D, E, F, G, A, B), 7 με δίεση (C#, D#, E#, F#, G#, A#, B#), και 7 με ύφεση (Cb, Db, Eb, Fb, Gb, Ab, Bb).
      Οι ακριβείς τους εναρμόνιες σχέσεις φαίνονται στην παραπάνω σειρά.
       
      Τελειώσαμε λοιπόν, έτσι; Όχι δυστυχώς.
       
      Διότι, κανείς δεν μας εμποδίζει να βάλουμε σημείο αλλοιώσεως σε νότα που ήδη έχει σημείο αλλοιώσεως. Δηλαδή, μπορούμε κάλλιστα να βάλουμε δίεση σε νότα που ήδη έχει δίεση ή ύφεση, και ύφεση σε νότα που έχει ήδη ύφεση ή δίεση. Έτσι, π.χ. Αν βάλω δίεση στη νότα C#, θα πάρω τη νότα (C#)#, δηλαδή τη νότα ακριβώς ένα ημιτόνιο πάνω από την C#. Αυτή πέφτει ακριβώς στο πλήκτρο D! Άρα, τo πλήκτρο D μπορώ να το ονομάσω και (C#)#.
       
      Στην πράξη, δεν γράφουμε (C#)#. Καταρχάς βγαίνει η παρένθεση, και μετά αντί για ## σημειώνουμε x, οπότε:
       
      (C#)# = C## = Cx, όπου x=##. Λέγεται διπλή δίεση. Άρα η νότα Cx = C## λέγεται "Ντο διπλή δίεση". Και βέβαια, οι νότες D και Cx είναι εναρμόνιες.
       
      Όμοια με υφέσεις. Μπορώ να βάλω π.χ. ύφεση στη νότα Eb, και να πάω στη (Eb)b, η οποία είναι η νότα ένα ημιτόνιο κάτω από τη Eb, και συμπίπτει πάλι με το πλήκτρο D! Πάλι οι παρενθέσεις φεύγουν - δεν υπάρχει όμως αυτή τη φορά σύμβολο για τις δύο υφέσεις όπως το x για τις διπλές διέσεις - και έτσι έχουμε ότι οι νότες D και Ebb ("Μι διπλή ύφεση") είναι εναρμόνιες.
       
      Άρα οι νότες Cx, D και Ebb είναι όλες εναρμόνιες, και αντιστοιχούν στο D του πιάνου.
       
      Μπορούμε να βάλουμε δίεση σε νότα με ύφεση; Ναι, αλλά η δίεση με την ύφεση αλληλοεξουδετερώνονται. Π.χ. η νότα (C#)b είναι η νότα ένα ημιτόνιο κάτω από τη C#, που είναι η νότα ένα ημιτόνιο πάνω από τη C, δηλαδή στο τέλος η ίδια η C. Όμοια, αν έχουμε ύφεση σε νότα με διπλή δίεση, μένει απλή δίεση. Ας έχουμε στο μυαλό μας τη δίεση σαν "+1" και την ύφεση σαν "-1". Τότε, η νότα (Cb)x θα είναι -1+2 = +1, δηλαδή C#. Είναι πραγματικά παιχνιδάκι.

      Με βάση αυτό το σκεπτικό, έχουμε τώρα 35 ονόματα:
       
      7 φυσικά, 7 με δίεση, 7 με ύφεση, 7 με διπλή δίεση, και 7 με διπλή ύφεση.

      Οι ακριβείς τους θέσεις και εναρμόνιες σχέσεις είναι οι εξής:
       
      B#/C/Dbb  [Bx/C#/Db]  Cx/D/Ebb  [D#/Eb/Fbb]  Dx/E/Fb  E#/F/Gbb  [Ex/F#/Gb]  Fx/G/Abb  [G#/Ab]  Gx/A/Bbb  [A#/Bb/Cbb]  Ax/B/Cb  ||  B#/C/Dbb κτλ.
       
      Άρα, όλα τα πλήκτρα έχουν από 3 ονομασίες το καθένα, εκτός από το G#/Ab που έχει μόνο δύο!
       
      Τελειώσαμε πια, έτσι;  Δυστυχώς όχι.
       
      Όπως είπαμε παραπάνω, "κανείς δεν μας εμποδίζει να βάλουμε σημείο αλλοιώσεως σε νότα που ήδη έχει σημείο αλλοιώσεως". Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να βάλουμε διέσεις πάνω σε νότες με διπλές διέσεις, φτιάχνοντας τριπλές διέσεις - το ίδιο και με υφέσεις. Μετά, καινούριες διέσεις πάνω στις τριπλές, φτιάχνοντας τετραπλές διέσεις κτλ., και πάλι το ίδιο με τις υφέσεις. Που σταματάει αυτό; ΠΟΥΘΕΝΑ. Συνεχίζεται επ' άπειρον! Μάλιστα, μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:
       
      Κάθε 12 διέσεις έχω την ίδια νότα μια οκτάβα ψηλότερα. Οπότε σαν ονόματα συμπίπτουν, αλλά όχι ως πλήκτρα!!! Όμοια για υφέσεις, κάθε 12 από δαύτες έχουμε την ίδια νότα μια οκτάβα χαμηλότερα.Μπορώ να προσθέτω όσες διέσεις θέλω σε όσες διέσεις ή υφέσεις θέλω. Για να βγάλω άκρη, θεωρώ τις διέσεις σαν +1, τις υφέσεις σαν -1, βγάζω το αλγεβρικό τους άθροισμα, μετρώ από το στάνταρ πλήκτρο που ξέρω το αρχικό του όνομα, και τέλος. Παράδειγμα:
       
      Θέλω το πλήκτρο 4 ημιτόνια κάτω από το Cxxxx. Δηλαδή θέλω το (Cxxxx)bbbb. Θεωρώ ότι x=##=+2, άρα το Cxxxx είναι 4x2 = 8 ημιτόνια πάνω από το C. Αντίστοιχα, bbbb = 4 x (-1) = -4. Σύνολο: 8-4 = 4, άρα (Cxxxx)bbbb = Cxx, το οποίο είναι εναρμόνιο με το E!
       
      Είναι καλό να κάνετε εξάσκηση σε αυτά τα χαζά και μερικώς ανύπαρκτα πράγματα, για ένα και μόνο λόγο: δεν πρόκειται ποτέ να μασήσετε σε παρτιτούρα, πάντα θα μπορείτε να καταλάβετε τι πρέπει να παίξετε. Επίσης, θα έχετε μια πολύ σοβαρή βάση για να καταλάβετε τα διαστήματα, και αυτό είναι πραγματικά η βάση για τη μουσική σας ανάπτυξη. Διότι, το πρόβλημα που έχουν όλοι με τα διαστήματα είναι "γιατί να το λέω 4η ελαττωμένη αφού είναι το ίδιο με την 3η Μεγάλη;", και η απάντηση είναι ότι ΔΕΝ είναι το ίδιο. Αντιστοιχεί στις ίδιες νότες, αλλά το τονικό περιβάλλον είναι σαφώς διαφορετικό και για αυτό δεν θα ακουστεί καν το ίδιο. Αυτά παρακάτω...
       
      Ένα σχόλιο: Δεν υπάρχει κύκλος 4ης/5ης. Υπάρχει ΑΠΕΙΡΗ ΣΠΕΙΡΑ 4ης/5ης, την οποία κόβουμε σε συγκεκριμένα επιθυμητά σημεία, τα ενώνουμε και τα κάνουμε κύκλο. Σκεφθείτε το αυτό, δεν είναι δύσκολο. 
       
      Εν τέλει λοιπόν, τι είναι τα σημεία αλλοιώσεως;
       
      Λοιπόν, φανταστείτε μία μηχανή που παίρνει μια είσοδο και δίνει μια έξοδο. Η δίεση είναι μηχανή που παίρνει για είσοδο ένα όνομα, και δίνει για έξοδο ένα όνομα ένα ημιτόνιο ψηλότερα από αυτό που πήρε, χωρίς να αλλάξει το όνομα της νότας που περιέχεται μέσα. Όμοια η ύφεση, και όλα τα σύμπλοκά τους. Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν, τα σημεία αλλοιώσεως είναι συναρτήσεις. Με την έννοια του:
       
      #(Νότα) = η νότα ένα ημιτόνιο πάνω από τη "Νότα" με το ίδιο όνομα, και θα συμβολίζεται "Νότα#"
       
      π.χ. #(C) = η νότα ένα ημιτόνιο πάνω από το C, με το ίδιο όνομα = C#
       
      Στην πραγματικότητα λοιπόν, καθαρά ονόματα έχουμε μόνον τα 7 που ξέρουμε. Όλα τα άλλα είναι παράγωγα συναρτήσεων!
       
      Και η θλιβερή διαπίστωση της ημέρας: Αν οι 5 μαύρες νότες είχαν συγκεκριμένα ονόματα, όπως και οι C, D, E, F, G, A, B που ξέρουμε, π.χ. H, I, L, K, J ή ότι άλλο θέλετε, όλη η θεωρία θα ήταν απλούστερη, και πολλά ευτράπελα απλώς δεν θα υπήρχαν. Δυστυχώς, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σε ένα χρωματικό σύμπαν με μόνον 7 ονόματα, και αυτό έχει τις ολέθριες συνέπειες που έχει. Το βάρος της παράδοσης...

      [[Υπό την παραπάνω έννοια, η "αναίρεση" δεν είναι τίποτε άλλο από ενδεικτικό, όχι σημείο αλλοίωσης, αφού δεν αλλοιώνει το όνομα. Μας δείχνει ότι η νότα που συνοδεύει είναι φυσική, έχει αλγεβρικό άθροισμα 0 στα σημεία αλλοιώσεως. Φυσικά, αργότερα στις κλίμακες θα δούμε ότι η αναίρεση μπορεί στην πραγματικότητα να είναι σημείο αλλοιώσεως, εφόσον το φυσικό περιβάλλον της κλίμακας επιβάλει διέσεις ή υφέσεις εξ αρχής. Παρακάτω αυτά...]]

      ΑΣΚΗΣΗ

      Πάρτε κάθε ένα από τα 12 πλήκτρο του πιάνου μέσα στην οκτάβα (ή τάστο της κιθάρας στα πλαίσια μίας οκτάβας, αν προτιμάτε), και δώστε του όλα τα ονόματα, C, D, E, F, G, A και B, με την κατάλληλη προσθήκη διέσεων ή υφέσεων.Οι διέσεις ή υφέσεις να μην ξεπεράσουν τις 12 γιατί μετά έχετε επαναλήψεις. Παράδειγμα:

      Η νότα C του πιάνου, γράφεται ως εξής:
       
      C, Cxxxxxx, Cbbbbbbbbbbbb, Dbb, Dxxxxx, Ebbbb, Exxxx, Fbbbbb, Fxxx#, Gxx#, Gbbbbbbb, Ax#, Abbbbbbbbb, B#, Bbbbbbbbbbbb
      τα bold είναι τα πιο χρήσιμα, τα άλλα μουσειακό είδος, αλλά αν τα δείτε δεν θα τρομάξετε. Συνεχίστε εσείς με τις υπόλοιπες 11.

      Μην το αμελήσετε!

    • Spyros Delta
      Με ρώταγαν κάποια παιδιά για το σύστημα που περνάω κομμάτια (covers), καθώς και τον τρόπο μελέτης στη κιθάρα που μπορεί ομως να φανεί χρήσιμο και για άλλα όργανα. Τα έγραψα στο Forum όπου γίνεται σχετική συζήτηση αλλά τα γράφω και εδώ, ενώ στο τέλος φιλοσοφώ και λίγο περι της χρησιμότητας ή οχι, των covers.
       
      1. Ακούω το κομμάτι πολλές φορές. 
      Το πρωτο πραγμα στην εκμάθηση της μουσικης ειναι να ακουμε μουσικη. Και ολων των ειδων τις μουσικες, οχι κολλημα σε ενα ειδος.

      2. Μετα το ξανακουω πολλες φορες πιο αργα ομως στο 90% της ταχυτητας, ισως και λιγο πιο αργα, αναλογα το κομματι. Μονο αν μπει στο μυαλο μου, θα το εχω μετα και στα χερια, τα οποια το μονο που χρειαζονται ειναι εξασκηση -πολυ ή λιγη, αναλογα το επιπεδο του καθενος. Πρεπει να το τραγουδαω το κομματι, να ξερω απο εξω τη μελωδια.
      Χρησιμοποιώ για αναπαραγωγή ήχου και μελετη το προγραμματακι subscribe που υπαρχει για ελευθερο downloading εδω : http://www.seventhstring.com/xscribe/download.html
      Μπορει να μειώνει την ταχυτητα του κομματιού, χωρις να αλλοιώνει σημαντικά τον ηχο και ετσι ειναι ευδιάκριτος ακομα και σε πολυ αργή ταχύτητα. Επισης εχει τη δυνατότητα αλλαγης τονου, ακομα και σε μορια, παλι με ελαχιστη πτωση ποιοτητας.

      3. Μετα καθομαι και προσπαθω να βγαλω την πρωτη φραση στο 90% περιπου (οχι πιο αργα), εστω slopy (με μουτζουρες λαθη κλπ στο αριστερο χερι) για να εχω αρχικά, σωστο το δεξι χερι. Τα ρυθμικα δηλαδη και τα πανω κατω της πενας να ειναι σωστα. Αν το βαλω να το περασω απο τη αρχη πολυ αργα, θα πεσω στην παγιδα και θα το μαθω με οτι πενα βολευει και ετσι στην πραγματικη ταχυτητα δεν θα παιζεται συνηθως με τιποτα.

      4. Μετα κανω slowdown στο 80% και αρχιζει η δουλεια για το αριστερο χερι, ετσι ωστε να "καθαρίσουν" οι νοτες.
      Αν δεν μπορω στο 80% παω και πιο αργα, αναλογα το κομματι. 
      Βασικό: Το δεξι χερι πρεπει να ακολουθει τα patterns που ειχα και στο 90%

      5. Μετα ξεκιναω να ανεβαζω 3-4% καθε φορα, οταν πια σε καθε φραση, μετα απο οσες επαναληψεις χρειαστουν, εχει καθαρισει το παιξιμο και εχουν αποκτησει τα χερια muscle memory.
      Βασικα ολα ειναι θεμα παραγωγης της μυελινης απο τον οργανισμο μας, κατα την διαδικασια των επαναληψεων.
      Εδω κι ενα σχετικο, πολυ ενδιαφερον βιβλιο γα διαβασμα: The Talent Code.

      6. Μετα συνεχιζω μεχρι να παιζω τη φραση και πιο γρηγορα απο το original.

      7. Μετα παω στη επομενη φραση, ακολουθω τα ιδια.

      8. Μετα παιζω και τις δυο φρασεις σε πιο αργη ταχυτητα, προσεχωντας ιδιαιτερα το σημειο "ενωσης τους". 
      Το οποιο σημειο αν χρειαστει, το απομονωνω και το μελεταω ξεχωριστα, με πολλες επαναληψεις απο αργα σε πιο γρηγορα κλπ. Παντα προσεχω οταν κανω slowdown, το pattern στο δεξι χερι να ειναι ιδιο με της γρηγορης ταχυτητας.

      9. Επομενες δυο φρασεις τα ιδια. Και τις κολλαω στις δυο πρωτες που εχω ηδη περασει. κ.ο.κ.

      10. Μετα παιζω ολο το κομματι αρχικα στο 80-90% και μετα αυξηση της ταχυτητας οσο παει.
      Ή αν ειναι πολυ μεγαλο το κομματι, παιζω ενα μερος καθε φορα - A, B, C, bridge κλπ - και μετα τα ενωνω και το παιζω ολοκληρο.

      Παρόμοιο τροπο ακολουθώ οταν μελεταω κατι απο παρτιτουρα ή tab κλπ, με το μετρονομο. 
      Αρχικα λιγο πιο αργα, για να τσεκαρω τα patterns του δεξιου χεριου, μετα slowdown για το αριστερο χερι και μετα σταδιακη αυξηση της ταχυτητας. Την ταχυτητα στο μετρονομο την φτανω μεχρι το 110%, ή οσο περισσότερο μπορω, ετσι ωστε στο live το 100% να μου φαινεται "παιχνιδακι". Το μονο μειονεκτημα του transcribe software, ειναι οτι δυστυχως μονο μειωνει την ταχυτητα. Δεν μπορει και να την ανεβάζει.

      Ποτέ στο live δεν μπορουμε να φτάσουμε τις δυνατότητες μας στο 100%, οπως οταν ειμαστε ανετοι στο σπιτακι μας, αραχτοι με το καφεδακι/ποτακια μας κλπ. Θα υπαρχουν πολλοι παραγοντες που θα μας φρεναρουν την αποδοση.
      Επισης ενας πολυ σημαντικο λογος για να εχουμε ενα κομματι για πλακα πριν το παιξουμε live, ειναι οτι πρεπει να το διασκεδαζουμε κι εμεις, οχι μονο το κοινο.
      Αν βγουμε να παιξουμε και εχουμε κολλημενα τα ματια πανω στην ταστιερα να μη μας φυγει καμια νοτα και καθηλωμενοι σαν κουτσουρα σε μια μερια, θα χασουμε το fun της υποθεσης και βασικα... δεν θα βλεπουμε τα κοριτσακια απο κατω   
      Θα τελειωσει το Live, δεν θα εχουμε καταλαβει τιποτα και θα ειμαστε και πτωματα (εγκεφαλικα). Ετσι, ουτε μετα το Live, θα διασκεδασουμε.
       
      Επίσης θα ήθελα να επισημάνω κατι για τα covers γενικά.
      Τα covers δεν ειναι πανάκεια, αλλα ειναι ομως απαραίτητα για ανάπτυξη τεχνικης. 
      Απο εκει ξεκινάμε και φτανουμε στο σημειο να παιζουμε τα δικα μας, μεσα φυσικα κι απο τα θεωρητικα της μουσικης και γενικα ολα τα μαθηματα της μουσικης, ακομα και ιστορια κλπ, οχι μονο το practice.
      Και βασικα πρεπει  να ΑΚΟΥΜΕ πολυ, καλη μουσικη ολων των ειδων. Δεν πρεπει να μενουμε και να μελεταμε ενα ειδος και ιδιαιτερα να κολλαμε σε εναν ή ελαχιστους κιθαριστες. Θα γινουμε κοπια του.
      Οταν παιζουμε τα δικα μας (ειτε σε μια μπαντα, ειτε αυτονομα σαν σολιστες) θα εχουμε φυσικα το δικο μας στυλ και θα το υποστηριζουμε, αλλα η μελετη ειναι διαφορετικο πραγμα και πρεπει να απλωνεται παντου. Ποτε δεν ξερεις τι θα σου ερθει κι απο που, το οποιο θα σου ανοιξει νεους οριζοντες για τη δικια σου μουσικη.

      Με τα covers που ανεβαζω, ισως (μαλλον σιγουρα δηλαδή), εχω δημιουργησει την εντυπωση του coverά.
      Εξηγω οτι, με τα covers δεν στηνω ρεπερτοριο. Τα κομματια δεν τα θυμαμαι μετα απο μερικες μερες να τα ξαναπαιξω, και συνηθως δεν τα ξαναπαιζω. 
      Αν καποια στιγμη μετα απο καιρο θελω να τα ξαναπαιξω, θα πρεπει να κατσω να τα ξανακοιταξω. Και τοτε, παντα ανακαλυπτω νεα πραγματα μεσα τους, που δεν ειχα προσεξει αρχικα, λογω του τοτε επιπεδου μου.

      Ολη η δουλεια λοιπον που χρειαζομαι ως μουσικος, εχει γινει κατα την μελετη τους. Τα "χωνευω", και μου χρησιμευουν αλλου στη μουσικη μου πορεια. Και αυτο ειναι πολυ βασικο, επειδη συμμετεχω και στη δισκογραφια ως (οχι ακριβως "session"), που τις περισσοτερες φορες του ζητουν οχι απλα να παιξει μερικες νοτες απο μια παρτιτουρα, αλλα να δημιουργησει κατι νεο ή γενικα να δωσει κατι δικο του ηχητικα και παιχτικα.
      Ολα αυτα που ακολουθω στην πορεια μου, ετσι και τα covers, μου εχουν χρησιμευσει πολυ, ως καλη "τροφη" για το μυαλο, για να παιζω χωρις να κοπιαρω. Αν και πολλες φορες εχουμε "παραγγελιες", τυπου "βαλε λιγο Santana, ή Edge, Andy Summers, Nickelback, Pantera, Muse, Pearl jam, Soundgarden, κλπ" και φυσικα, παλι ειναι χρησιμα τα covers.
      Βασικά χαίρομαι οταν ακουω καποιον να αναγνωριζει το παιξιμο μου, μεσα σε τυχαια κομματια.
      Καποια στιγμη,  Θεου... ή μαλλον χρηματος θελοντος, πρεπει να "χρησιμοποιησω" τον εαυτο μου, και προς οφελος καθαρα δικο μου, σε δικο μου cd εννοω.

      Μη φοβαστε τα covers λοιπον, αρκει να ειστε ανοιχτομυαλοι και δεν κανετε covers συνεχως μονο ενος ειδους μουσικης ή ενος κιθαριστα.


      Σπυρος Δελτα

    • Yannis Methenitis
      Και ήρθαμε στο σήμερα όπου στην άκρη της κρεβατοκάμαρας πάνω στο γραφείο υπάρχει ένας υπολογιστής με οθόνη wide και ηχεία. Το ιδανικό περιβάλλον για τις πιό εμπνευσμένες στιγμές του καθενός. Με την παντοφλίτσα, τον καφέ κάτω από τις αφίσες των AC/DC και του Moby, γρατζουνάω την κιθάρα και την ηχογραφώ ακόμα και το Πάσχα που είναι όλα κλειστά.
      Τι χρειάζομαι λοιπόν για αυτή τη Νιρβάνα; Πολύ κοινά αλλά σωστά επιλεγμένα πράγματα. Ας τα πάρουμε ένα -ένα.

       
      Ο Υπολογιστής
      Το σημαντικότερο μέρος του σημερινού στούντιο είναι ο υπολογιστής.
      Οι προδιαγραφές αλλάζουν καθημερινά καθιστώντας το περσινό, παλιό. Για να γράψω μουσική, καλό θα είναι να είναι όσο πιό σύγχρονος γίνεται με τελευταίας γενιάς επεξεργαστή και Windows 10 64bit.
      16 Gb μνήμη RAM είναι ικανή για σοβαρή δουλειά αλλά σαν κανόνας όσο περισσότερη τόσο καλύτερα για να σηκώνει μεγάλα αρχεία. 
      Ιδανικά ας υπάρχουν 2 δίσκοι. Ένας Solid State SSD NVMe για τα προγράμματα και το λειτουργικό και ένας μεγάλος HDD 7200 rpm με αρκετό χώρο για να σώνω τα αρχεία ήχου και τις τεράστιες ηχοθήκες samples. Σαν αναφορά, ένα τετράλεπτο stereo κομμάτι στα 16-bit, 44.1 Khz = 40 mb και όσο αυξάνεται ο ρυθμός δειγματοληψίας αυξάνεται και το μέγεθος του αρχείου.
      To motherboard καλό είναι να έχει τελευταίας τεχνολογίας chipset και όλες τις χρήσιμες πόρτες σύνδεσης USB 3, Ethernet, κ.α.
      Η κάρτα γραφικών μπορεί να είναι μια απλή onboard καθώς τα μουσικά προγράμματα δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις στην εικόνα όπως τα games και επιπλέον θέλουμε να αποφύγουμε τους θορυβώδεις ανεμιστήρες που αυτές διαθέτουν και το σοβαρό κόστος τους που αναλογεί όσο άλλο ένα PC σχεδόν.
       
      Και επειδή έχει αποδειχτεί πως το να ρίχνεις εξαρτήματα υψηλών προδιαγραφών σε ένα κουτί δεν κάνει απαραίτητα έναν γρήγορο και λειτουργικό υπολογιστή (λόγω διαφόρων ασυμβατοτήτων), θα κοίταζα για έτοιμες λύσεις απο εταιρίες HP, Dell, κ.α. που το κάνουν καλά αυτό.  Στα laptop φυσικά είναι μονόδρομος αυτή η επιλογή, αν δεν σας περιορίζει το μέγεθος της οθόνης.

      Μία σχετικά μεγάλη οθόνη 24-27" HD ή 4K wide (ίσως και 2) αφού καλό και εύχρηστο είναι να υπάρχει σε θέα το timeline, τα plug-ins (εφέ και όργανα) και ο μείκτης σε μια ματιά. 
      Καλό είναι να κρατώ το σύστημα μου όσο πιό καθαρό και ελαφρύ γίνεται χωρίς περιττές εγκαταστάσεις «δοκιμαστικών» προγραμμάτων, γιατί το βαραίνουν και καθυστερεί μέχρι κάποιο αναπόφευκτο format μετά απο λίγο καιρό ανεμελιάς.
      Εαν προτιμούσα Apple θα πήγαινα σε iMac και πάνω αν και η δουλειά γίνεται σχεδόν ανέμελα και με MacMini.
       
      Το software
      Για να γράφω θέλω ένα πολυκάναλο recorder και μαζί μια κονσόλα για να μιξάρω τα κανάλια. Φυσικά σε software.
      Παλαιότερα τα προγράμματα αυτά χωρίζονταν σε audio εγγραφείς και midi sequencers. Τώρα δεν υπάρχει διακριτή διαφορά και ένα sequencer γράφει δεδομένα midi και ήχο πλάι – πλάι και αποκαλείται DAW (Digital Audio Workstation).
      Ταυτόχρονα επειδή αυτά τα προγράμματα έχουν εξελιχθεί σε σουίτες virtual studio, προσφέρουν και software εκδόσεις οργάνων (πιάνα, μπάσα, synths, drum machines), τα λεγόμενα VST instruments (VSTi) ή TDM ανάλογα με την πλατφόρμα. Επίσης προσφέρουν κάθε λογής εφέ 'οπως reverb, delay, chorus, compressors και ότι περάσει από το νού του φαντασιόπληκτου και δημιουργικού καλλιτέχνη, σε μορφή plug-in.

      Επειδή μια από αυτές τις σουίτες θα γίνει το περιβάλλον που θα γράφω μουσική, θα πρέπει να το μάθω καλά για να εκμεταλλευτώ τις τεράστιες δυνατότητες του, που σημειωτέον απευθύνονται σε ειδικούς και ξεπερνούν κατά πολύ τις απαιτήσεις του μέσου χρήστη. Στόχος είναι να αφοσιωθώ στο να γράφω μουσική και να μην καταντήσω περιπλανώμενος νομάς απο εταιρία σε εταιρία. Κάτι που συχνά συμβαίνει σε όσους δεν διαβάζουν το manual, αποδίδοντας την δική τους άγνοια σε αδυναμία του software.
       
      Οι  προτάσεις είναι πολλές. Ableton Live, Cubase Pro, Reason, Reaper, Bitwig Studio, Samplitude, Sonar, Logic Pro, Pro Tools, κ.α.
      Τα προγράμματα αυτά είναι τεράστια και πέρα απο χρήμα απαιτούν γνώσεις μουσικής τεχνολογίας, που για τις ανάγκες κάποιου που θέλει να γράψει 10 κανάλια ήχου και να βάλει βάθος και delay, είναι σαν να παίρνει ολόκληρη νταλίκα για να πάει στο περίπτερο για τσιγάρα.
      Αν διαθέτω τις γνώσεις ή την υπομονή να μάθω μελετώντας ολοκληρωμένες λύσεις, είναι το Sonar πλέον δωρεάν και το Reaper με συμβολικό ποσό. Υπάρχουν εκδόσεις light για σχεδόν όλα τα γνωστά DAW που κοστίζουν κάτω από 100 ευρώ όπως τα Sequel, Cubase Essential, Sonar Essential, Live Intro, που περιορισμοί τους όπως τα maximum 64 κανάλια ηχογράφησης δεν θα επηρεάσουν αρνητικά ποτέ έναν ερασιτέχνη μουσικό και θα λειτουργήσουν σαν βάση αν θέλετε να εξοικειωθείτε με κάποιο απο αυτά και αργότερα να αναβαθμίσετε αν χρειαστείτε περισσότερα εργαλεία. Φυσικά υπάρχουν και δωρεάν προτάσεις σοβαρών προδιαγραφών όπως το Garage Band που προσφέρεται απο την Apple, το Krystal για Windows και το Ardour για όσους προτιμούν Linux.
       
      Η κάρτα ήχου

       
      Η είσοδος και έξοδος στον μουσικό υπολογιστή. Μου δίνει ποιότητα ήχου, αθόρυβη εγγραφή, MIDI για να ελέγχω και να συνδέω εξωτερικά keyboards και synthesizers και επιλογές διασύνδεσης.
      Φροντίζω να υποστηρίζει τεχνολογίες ASIO, κ.α. με εργοστασιακούς οδηγούς/drivers ώστε να μπορώ να κάνω real-time χρήση των VST instruments και plug-in. Έτσι όταν πατάω ένα πλήκτρο στο κλαβιέ, ο ήχος θα ακούγεται σύγχρονα και όχι αργότερα. Latency είναι η λέξη που πρέπει να αποφύγω. Η καθυστέρηση δηλαδή που προκύπτει όταν δεν είναι εγκατεστημένοι οι ειδικοί ASIO drivers

      Οι κάρτες ήχου είναι το σημείο που θα συνδέσω το μικρόφωνο και τα όργανα μου. Γι αυτό υπάρχει ποικιλία εισόδων και εξόδων (αναλογικές, ψηφιακές, πολυκάναλες με ADAT optical και MIDI). Επιλέγω βάσει των αναγκών που υπαγορεύονται απο τον αριθμό των πηγών (οργάνων) που θα ηχογραφώ ταυτόχρονα. Για έναν τραγουδοποιό π.χ. μια stereo κάρτα είναι αρκετή, αφού θα γράφει ένα όργανο ή μια φωνή ή και τα δύο τη φορά. Υπάρχουν εκδοχές εξωτερικών καρτών που συνδέονται στον υπολογιστή με Thunderbolt, Firewire ή USB που είναι τα σημαντικά πρωτόκολλα σήμερα.

      Μικρόφωνα
      Τη δουλειά μου για ένα demo την κάνω και με το δυναμικό μικρόφωνο που χρησιμοποιώ στα live. Το Shure SM-58. Στο κάτω-κάτω την έμπνευση της στιγμής θέλω να πιάσω! Αν όχι... και θέλω να το στείλω στην κατανάλωση, ίσως να χρειαζόμουν κάτι πιο πιστό. Ένα πυκνωτικό μικρόφωνο, που πλέον με την έλευση των Κινέζων στην αγορά, αρχίζουν απο την ίδια τιμή και είναι καλύτερη επιλογή για το στούντιο αλλά πιο ευαίσθητο στην κακομεταχείριση και τις εντάσεις.
      Γι αυτό χρειάζομαι έναν αθόρυβο προενισχυτή μικροφώνου στην κάρτα μου, με τροφοδοσία ρεύματος 48 volt (phantom power) για να το συνδέσω. Συνήθως περιλαμβάνονται και στην πιο προσιτή κάρτα ήχου αλλά εναλλακτικά υπάρχουν και standalone προενισχυτές σε άπειρες εκδοχές με 1, 2 ή 8 εισόδους, με Equalizer, compressor, κύκλωμα λυχνίας αν επιθυμώ και έξοδο με Analogue to Digital (A/D) converter.

      Ηχεία
      Για να έχω ένα σημείο αναφοράς, καλό είναι να επενδύσω σε ένα σετ active monitors, (δηλαδή ηχείο με ενισχυτή στο ίδιο κουτί). Όταν λέω σημείο αναφοράς εννοώ ότι θα πρέπει να ακούω σωστά, χωρίς χρωματισμούς ώστε όταν μεταφέρω το “αριστούργημα” μου στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι του φίλου μου, να ακούγεται σχεδόν το ίδιο. Δηλαδή να μην ακούω μόνο το ταμπούρο και το hi-hat και να είναι χαμένα τα μπάσα ή το arpeggio του 303... και αντίστροφα.
      Ενα σωστό ηχείο είναι ο καθρέφτης της ηχογράφησης, που φανερώνει τα λάθη και δεν τα καλύπτει, ούτε τα ομορφαίνει, ώστε να μπορώ να τα διορθώνω.
      Αυτά πάντως δεν είναι τα ηχεία που πήρα με τον υπολογιστή προς €30. Θα βρώ μεγάλη ποικιλία, στα σχετικά μουσικά καταστήματα ενώ ένα αξιοπρεπές ζευγάρι κοστίζει από €250 και πάνω.
      Χρήσιμο θα είναι και ένα σετ καλών ακουστικών. Μπορεί να κοιμάται το μωρό ή ο κύριος Αλέκος δίπλα... ή να με απειλεί η Στέλλα με το πιστολάκι της, μετά τις 173 επαναλήψεις του κουπλέ που ακούει τις τελευταίες εβδομάδες. Για πολύωρη χρήση, ένα σετ ημι-ανοικτού τύπου είναι σωστό και ξεκούραστο, ενώ για υψηλές εντάσεις απαιτούνται κλειστού τύπου που συνήθως όμως έχουν χαμηλότερη πιστότητα. Η αλήθεια είναι ότι με λιγότερα χρήματα βρίσκεις καλύτερα ακουστικά από ότι σωστά ηχεία. Τα ακουστικά βέβαια δεν αντικαθιστούν τα ηχεία.

      Controllers
      Controller λέγεται το μέσον (πέρα από το ποντίκι) που ελέγχει το software. Μπορεί να είναι πλήκτρα πιάνου, pads για να παίζω τύμπανα με τα δάχτυλα ή επιφάνειες εργασίας για να ελέγχω τα fader του virtual μίκτη. Υπάρχει ποικιλία πλήκτρων, από 2 οκτάβες μέχρι 7, βαρυκεντρισμένα και μη, με σύνδεση στον υπολογιστή από τη θύρα MIDI ή την USB. Συνδέω και παίζω. Τόσο απλά.

      Επίλογος
      Μ’ αυτά και μ’ αυτά στήνεις μια πολύ σοβαρή βάση για να γράψεις μουσική.
      Αν μιλάμε για synthesizer και loop-based φάσεις δεν χρειάζεται να πάμε παραπέρα. Αυτά θα χρειαστώ από εργαλεία.
      Αν μιλάμε για πιό ροκ κι ακουστικές καταστάσεις είναι αρκετά για να στηθούν τα σημαντικότερα όπως κιθάρες, μπάσα, πλήκτρα και φωνές. Τα τύμπανα; Ε και τι θα κάνουν τα επαγγελματικά στούντιο; Κλέφτες θα γίνουν; Θα μεταφέρω τη δουλειά που έκανα στο σπίτι σε ένα κατάλληλο χώρο για να γράψω ντραμς και να τα μιξάρω με τη σημαντική βοήθεια του επαγγελματία ηχολήπτη. Γίνεται απλά και γρήγορα.
      Μα πάνω απ’ όλα όμως χρειάζεται να ξέρουμε τα εργαλεία μας. Η μουσική δεινότητα σε συνδυασμό με την τεχνική κατάρτιση δίνει το σωστό αποτέλεσμα. Ικανό φυσικά και για κυκλοφορία. 

      Γιάννης Μεθενίτης
       

    • Yannis Methenitis
      Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 80 κρέμασα τα γάντια μου από τα live. Αφορμή το καθημερινό ξενύχτι, το ποτό κι η κούραση. Εξ άλλου είχα αρχίσει να γέρνω αριστερά από τα κιλά της Les Paul και εκτός αυτού ποτέ δεν παίζονταν τα κομμάτια μας όπως τα φανταζόμουν ενώ τα απογεύματα είχα αρχίσει να πειραματίζομαι με ένα μικρό Casio αρμόνιο που μου έκανε δώρο η Κική.
      Αυτό ήταν! Κόλλησα γερά και ξαναβγήκα απο το καβούκι μου μια δεκαετία αργότερα, έχοντας σπαταλήσει άπειρες νύχτες και Σαββατοκύριακα προγραμματίζοντας synthesizer και ντραμοκούτια, παίζοντας μπάσα, κιθάρες και ότι όργανο βρισκόταν πρόχειρο, προσπαθώντας να ενορχηστρώσω το τέλειο background για τις μουσικές μου διαστροφές. Κι ας μην τις άκουγε κανείς. Εγώ διασκέδαζα! Μόνος αλλά πάντα στην ώρα μου για την “πρόβα” και χωρίς αντιρρήσεις από τον “μπασίστα”. Μεγάλο χάσιμο χρόνου για πολλούς αλλά δεν θ’ άλλαζα με τίποτα την απόλαυση που ένοιωθα όταν πετύχαινε το ζητούμενο. I did it my way!
      Και συνεχίζω... τριάντα χρόνια αργότερα όπου πολλά έχουν αλλάξει προς το αρτιότερο, το ευκολότερο και το φτηνότερο. Μακάρι να είχα τα εργαλεία του σήμερα, τότε. Αλλά ποιός τα είχε; Και κυρίως πόσα θα ήξερα, αφού θέλοντας και μη συνυπήρξα στην επανάσταση του Home recording και παρακολούθησα το κάθε βήμα των εξελίξεων καθημερινά και όχι από βιβλίο;

      Λίγη Ιστορία
      Πριν τον πολυκάναλο τρόπο ηχογράφησης, η εγγραφή της μουσικής ήταν μια αποτύπωση ενός  performance σε ταινία. Οι μουσικοί μαζεύονταν σε ένα στούντιο ηχογράφησης, έτρεχε η ταινία και έγραφε την συγκεκριμένη εκτέλεση μαζί με κάθε απρόοπτο. Παρά το γεγονός ότι πολλοί θα πουν πως είναι η πιό ειλικρινής και πιστή διαδικασία εκτέλεσης, πρόκειται για μια μέθοδο ηχογράφησης με περιορισμούς. Εαν κάποιος μουσικός του συνόλου κάνει ένα μικρό λάθος, αυτό αποτυπώνεται στην ηχογράφηση. Προβλήματα και αδυναμίες στη διαδικασία επίσης, όπως η άνιση στάθμη μεταξύ οργάνων και φωνών καταγράφονται μόνιμα.

      Με την εμφάνιση της πολυκάναλης ηχογράφησης οι παραγωγοί απέκτησαν άμεσο έλεγχο σε συγκεκριμένα μέρη της εκτέλεσης. Αν μια φωνή φαλτσάρει ή ένα όργανο κάνει λάθος, το συγκεκριμένο κανάλι που ηχογραφήθηκε αυτό το όργανο, μπορεί να ξαναγραφτεί χωρίς να επηρεάσει τα υπόλοιπα όργανα. Με αυτό τον τρόπο ηχογραφείται το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας σήμερα.

      Την δεκαετία του 50, ο κιθαρίστας και εφευρέτης Les Paul πρωτοεφάρμοσε την πολυκάναλη διαδικασία, χρησιμοποιώντας μαγνητική ταινία 1 ίντσας σε ένα οκτακάναλο μαγνητόφωνο Ampex για να γράψει σε παράλληλα κανάλια ή επίπεδα τη μουσική του. Ηταν μια επαναστατική εξέλιξη στην βιομηχανία της φωνογράφησης (όπως λεγόταν τότε), αυτή που θα καθόριζε την καλλιτεχνική απελευθέρωση των μουσικών την επόμενη δεκαετία.

      Στα 60’ς οι Beatles με τις επαναστατικές ηχογραφήσεις τους προώθησαν τις εξελίξεις στην τεχνολογία της πολυκάναλης ηχογράφησης. Υπο την καθοδήγηση του παραγωγού τους George Martin, η χρήση των πολυκάναλων εγγραφέων από το δικάναλη ηχογράφηση του "Please, Please Me" μέχρι την οχτακάναλη του "Abbey Road" επέβαλε τον τρόπο που θα γραφόταν μελλοντικά η μουσική.

      Φυσικά όλοι πλέον ξέρουμε την εποχή των δεινοσαύρων που ακολούθησε στην δεκαετία του 70, με τα μεγάλα ροκ συγκροτήματα να κάνουν χρήση της τεχνολογίας αυτής, που στο απόγειο της αναλογικής ηχογράφησης έφτασε στα 24-κάναλα μαγνητόφωνα σε μέγεθος ψυγείου. Οι δεινόσαυροι “έκλειναν” τα πανάκριβα στούντιο με τους μήνες για να γράψουν ένα άλμπουμ. Ολο αυτό είχε ένα κόστος σοβαρό που το πλήρωναν μόνο όσοι είχαν υπογράψει συμβόλαιο με πολυεθνική δισκογραφική εταιρεία.

      Ο τρόπος αυτός έπαιξε μεγάλο ρόλο στην μουσική της εποχής αφού τα σημαντικότερα συγκροτήματα δούλευαν περισσότερο με την τεχνική των στούντιο παρά σαν live performers. Η ηχογραφημένη μουσική έγινε ένα είδος τέχνης όπου ο ηχητικός πειραματισμός αποχαλινώθηκε, πολλές φορές δημιουργώντας αποτελέσματα που ήταν αδύνατο να επαναληφθούν επι σκηνής. Κλασσικό παράδειγμα το “A night at the Opera” των Queen.
      Αν για τα μεγάλα συγκροτήματα αυτό σήμαινε δημιουργική ελευθερία, για τους σόλο μουσικούς ήταν αποκάλυψη. Ο Stevie Wonder για παράδειγμα που έπαιζε πολλά όργανα, μπόρεσε να συνθέσει και να ηχογραφήσει δίσκους όπου τραγουδούσε και έπαιζε αν όχι όλα, τα περισσότερα όργανα μόνος του.

      Προς το τέλος της δεκαετίας εμφανίστηκαν τα πρώτα 4-κάναλα μπομπινόφωνα στενής ταινίας και αμέσως μετά τα κασετόφωνα από τις Tascam και Fostex με ενσωματωμένους μείκτες, που επέτρεψαν στους κοινούς θνητούς να γράφουν στο σπίτι τους, αφού το κόστος ήταν πλέον προσιτό.

      Για τον “ηλεκτρονικό” μουσικό το έτος Μηδέν ήταν το 1982 όταν παρουσιάστηκε το MIDI (Musical Instrument Digital Interface) ένα ανοιχτό πρωτόκολλο σύνδεσης μηχανημάτων και synthesizer. Λόγω των περιορισμών χρόνου στις στενές ταινίες που έπαιζαν στις διπλάσιες ταχύτητες για ν’ ανταπεξέλθουν στα προβλήματα ποιότητας του format και των λίγων σχετικά καναλιών, η ενορχήστρωση με τον συνδυασμό synthesizer που έπαιζαν ταυτόχρονα και σύγχρονα λόγω MIDI, είχε μεγάλο αντίκτυπο στην μουσική του 80, κυρίως στην “φτωχότερη” Ευρώπη όπου το home recording άρχισε να αναπτύσσεται. Ο άμεσα αναγνωρίσιμος ήχος των 80’ς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις προδιαγραφές ενορχήστρωσης, καθώς όλοι πειραματίζονταν με ότι “μαραφέτι” κυκλοφορούσε τότε χωρίς κανόνες και περιορισμούς. Σε γεννήτριες ήχου ή και εφέ.

      Απο την Αμερική γεννήθηκε ο ήχος του hip-hop και rap από άτομα που είχαν στη διάθεση τους τέτοια προσιτά εργαλεία που ναι μεν επέτρεπαν τη σύνθεση, ταυτόχρονα όμως οδηγούσαν σε επαναλαμβανόμενους ρυθμούς, κυρίως από το γεγονός ότι ήταν αυτοδίδακτοι μουσικοί περιορισμένων δυνατοτήτων στην ανάπτυξη αρμονίας. Ετσι δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα με βάση ρυθμούς από drum machines, που πάνω του στήθηκε η σημερινή σκηνή του R&B και του House.

      Στα μέσα του 90 εμφανίστηκαν τα digital hard disk recorder (μηχανήματα εγγραφής σε σκληρό δίσκο) και παράλληλα η ψηφιακή πολυκάναλη ηχογράφηση αναπόφευκτα πέρασε στον υπολογιστή με δυνατότητες που ήταν στη σφαίρα της φαντασίας για όσους είχαν ξεκινήσει την πολυκάναλη εγγραφή και το home recording.
       
      Και ήρθαμε στο σήμερα όπου στην άκρη της κρεβατοκάμαρας πάνω στο γραφείο υπάρχει ένας υπολογιστής με οθόνη και ηχεία. Το ιδανικό περιβάλλον για τις πιό εμπνευσμένες στιγμές του καθενός. 

    • blue
      Στις αρχές του 1967 η Vox κυκλοφόρησε το πρώτο Wah , με την ονομασία Clyde McCOy Wah Wah Pedal. Η πιο διαδεδομένη από τις ιστορίες που ακούγονται για την προέλευση αυτού του εφέ είναι ότι ο διάσημος τρομπετίστας Clyde McCoy ζήτησε από τους μηχανικούς της Vox να του κατασκευάσουν μια συσκευή που θα προσομοίωνε τον ήχο που παράγεται από τη μετακίνηση της σουρντίνας κατά το παίξιμο της τρομπέτας. Ο Dell Casher και ο Brad Plunkett ξεκίνησαν να εργάζονται πάνω στο MRB tone κύκλωμα με το οποίο ήταν εφοδιασμένοι οι ενισχυτές της Vox. Ένας τριθέσιος επιλογέας έδινε τη δυνατότητα εναλλαγής ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές του φάσματος του ήχου. Οι Casher και Plunkett προσάρμοσαν αυτό το κύκλωμα ώστε να χωράει στο κουτί ενός volume pedal και όταν ο Casher , ως κιθαρίστας, το δοκίμασε σε μια ηλεκτρική κιθάρα όλοι εντυπωσιάστηκαν.
      Ο πρόεδρος της Vox οραματίστηκε την πώληση  του πεταλιού σε πολλούς τρομπετίστες οι οποίοι για τη χρήση του θα αναγκάζονταν να αγοράσουν και ενισχυτή και δεν έδωσε σημασία στις προσπάθειες  του Casher να του εξηγήσει ότι το πετάλι είχε καλύτερη εφαρμογή στην ηλεκτρική κιθάρα. 

      Τον Ιούνιο του 1967 όμως οι Cream κυκλοφόρησαν τον δίσκο «Disraeli Gears», ο οποίος περιελάμβανε το τραγούδι «Tales of Brave Ulysses», που θεωρείται ως η πρώτη εμπορική ηχογράφηση κατά την οποία χρησιμοποιείται το Wah. Ο Eric Clapton είχε αγοράσει ένα και το είχε χρησιμοποιήσει κατά την ηχογράφηση της ηλεκτρικής του κιθάρας. Αργότερα ο Jimi Hendrix θα δήλωνε ότι αγόρασε ένα wah επειδή άκουσε τον Clapton.
       
      Αργότερα η Vox κατασκεύασε το V846 και η Thomas Organ (θυγατρική της Vox) το Cry Baby. Ωστόσο κανείς δεν σκέφτηκε να κατοχυρώσει ούτε το κύκλωμα ούτε το όνομα του νέου πεταλιού. Αυτό επέτρεψε τη δημιουργία μιας πληθώρας κλώνων του Wah από τις υπόλοιπες εταιρείες.

      Το 1968 ο Mike Mathews προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα εφέ που να μπορεί να διατηρεί τον ήχο μιας νότας για μεγάλο χρονικό διάστημα (sustainer) αλλά να μην παραμορφώνει το σήμα, σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί εμπορικά μια συσκευή που χρησιμοποιούσε ο συνεργάτης του μπροστά από τα πρωτότυπα κυκλώματα για να ενισχύει το εισερχόμενο σε αυτά σήμα. Οι πωλήσεις του LPB-1 (linear power booster) εκτοξεύτηκαν στα ύψη και σήμαιναν την αρχή της εταιρείας του Mathews, με την επωνυμία Electro Harmonix. Αργότερα κατάφερε να υλοποιήσει την αρχική του ιδέα για την κατασκευή ενός sustainer ενώ το 1971 ο Meyer σχεδίασε το Big Muff, που είχε τη δυνατότητα να παράγει πιο ήπιους ήχους παραμόρφωσης.
      Στο μεταξύ η Maestro, ιδιοκτησία της Chicago Music Industries, στην οποία άνηκε και η Gibson, συνέχισε να παράγει το αυθεντικό Fuzz-Tone ενώ ταυτόχρονα κυκλοφορούσε την εκδοχή της του wah pedal και άλλες συσκευές όπως το Ring Modulator, που είχε σχεδιάσει για την εταιρεία ο Tom Oberheim.  Ο Oberheim την ίδια εποχή στην προσπάθειά του να κατασκευάσει μια συσκευή που να μιμείται το ηχητικό αποτέλεσμα μιας καμπίνας Leslie με περιστρεφόμενο μεγάφωνο, κατέληξε στην κατασκευή του πρώτου πεταλιού phase shifter, του Maestro PS-1. 
       
      Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν πλέον μόδα η χρήση των πρωτοποριακών πεταλιών από τους περισσότερους κιθαρίστες. Το 1972 ο απόφοιτος του ΜΙΤ Mike Beigel συνεργάστηκε με τον αρχιμηχανικό του τμήματος ηλεκτρονικών της Guild με σκοπό την κατασκευή ενός πεταλιού που θα βασιζόταν σε κάποια πειράματα του Beigel πάνω στους ήχους του synthesizer. Δημιούργησαν την εταιρεία Musictronics και κατασκεύασαν το Mu-tron III, ένα envelope filter που παρήγαγε ήχους παρόμοιους με αυτούς των synthesizers.
       
      Ταυτόχρονα ο Keith Barr και ο Terry Sherwood, ιδιοκτήτες ενός μικρού καταστήματος ηχητικών συστημάτων, παρατήρησαν πόσο χαμηλό κόστος έχει η κατασκευή ορισμένων πεταλιών όπως το Maestro PS-1 και θεώρησαν πως μπορούν να δημιουργήσουν τα δικά τους εφέ τα οποία θα ήταν πιο αξιόπιστα και θα ακούγονταν καλύτερα. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία της MXR, τα εφέ της οποίας μέχρι σήμερα παραμένουν κορυφαία για την ποιότητα κατασκευής τους και την εργονομία τους.

      Το 1974 στην Ιαπωνία η Ibanez συνεργάστηκε με τη Maxon για την κατασκευή πεταλιών.  Η πρώτη δημιουργία τους ήταν ένας κλώνος του επιτυχημένου Phaser της MXR  και κάποιες άλλες υλοποιήσεις που δεν έγιναν πολύ δημοφιλείς. Η κατάσταση διαμορφώθηκε διαφορετικά όταν το 1979 παρήγαγαν το πασίγνωστο Ibanez Tubescreamer TS-808 και λίγο αργότερα το TS-9 , το οποίο αποτέλεσε το αγαπημένο πετάλι του Stevie Ray Vaughan.
       
       
      Στο μεταξύ, από το 1972 η επίσης ιαπωνική Roland είχε παρουσιάσει το Space echo, μια εφεύρεση του Ikutaro Kakehashi. Η λειτουργία του ήταν επαναστατική : κατέγραφε σε μαγνητοταινία το εισερχόμενο σήμα, αμέσως το αναπαρήγαγε και στη συνέχεια το διέγραφε για να ηχογραφηθεί το επόμενο σήμα. Το echo και παραλλαγές του μπορούσαν πλέον να αποτελούν μέρος του εξοπλισμού ενός μουσικού. Το 1976 αποφασίστηκε διαχωρισμός  του τμήματος εφέ της Roland με στόχο την ανάπτυξη μιας εταιρείας που θα δραστηριοποιούταν αποκλειστικά στην ανάπτυξη  μονάδων εφέ. Η Boss εισήλθε δυναμικά στην αγορά πεταλιών με την κυκλοφορία του CE-1 Chorus Pedal, του πρώτου πεταλιού chorus που παράχθηκε. Το 1977 κυκλοφόρησε τρία πετάλια : το OD-1 overdrive , το PH-1 Phaser και το SP-1 Spectrum,  που αποτελούν τα πρώτα μιας ιδιαίτερα δημοφιλούς σειράς περισσότερων από 50 πεταλιών που κατασκεύασε στα επόμενα 20 χρόνια. Οι κατασκευές της χαρακτηρίζονται για την πρωτοποριακή τους φιλοσοφία και πρακτικότητα και σύντομα κατέκτησε κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια αγορά.
       
      Για λόγους πληρότητας αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των μονάδων εφέ που αναφέρονται δεν αποτελούν σήμερα μουσειακά εκθέματα αλλά χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους κιθαρίστες κατά κόρον. Η τεχνολογική εξέλιξη στις εφαρμογές ήχου δεν έχει καταφέρει να διαφοροποιήσει τις ηχητικές προτιμήσεις των κιθαριστών , μάλιστα γίνεται προσπάθεια ώστε τα σύγχρονα τεχνικά μέσα να μπορέσουν να προσομοιώσουν αυτούς τους ήχους μέσω της ψηφιακής επεξεργασίας σήματος.

      Kυρίαρχη πηγή άντλησης πληροφοριών για αυτό το άρθρο αποτέλεσε μια σειιρά από άρθρα που είχε δημοσιεύσει παλιότερα ο Steve Matonti στο thestompbox.net
      Eπίσης χρησιμοποιήθηκαν αναφορές από το βιβλίο του Michael Ross Getting great sounds.
       
       

    • blue
      Τα ακουστικά εφέ χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς για πρώτη φορά στη βιομηχανία του κινηματογράφου ενώ η χρήση τους χρονολογείται από πολύ νωρίτερα στο θέατρο. Διάφορες συσκευές χρησιμοποιούνταν στις παραστάσεις με στόχο την προσομοίωση ιδιαίτερων ήχων, όπως αυτόν του κεραυνού ή του καλπασμού των αλόγων. Κατά τη δεκαετία του 1920 , ταυτόχρονα με την εξάπλωση του ραδιοφώνου, παρατηρήθηκε μια εξέλιξη στο χώρο των ηχητικών εφέ, αφού οι ραδιοφωνικοί σταθμοί προσελάμβαναν προσωπικό αποκλειστικά για την επένδυση των ζωντανών θεατρικών παραστάσεων που εξέπεμπαν. Προς το τέλος της ίδιας δεκαετίας ο κινηματογράφος απέκτησε ήχο, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για την τέχνη των εφέ.

      Τα εφέ που συνήθως χρησιμοποιούνταν στις ταινίες της εποχής ήταν echo, reverb, flanger, phaser, chorus, equalizer, φίλτρα, overdrive , fuzz, ring modulation, compression και reverse echo.Ήταν απαραίτητη η επεξεργασία των προ-ηχογραφημένων ηχητικών δειγμάτων , όχι μόνο για ρεαλιστικότερο αποτέλεσμα, αλλά και για την πρόκληση συναισθηματικής έντασης στο ακροατήριο. Για παράδειγμα , ο ήχος ενός πυροβολισμού θα εμπλουτιζόταν με τον ήχο κάποιου ηχογραφημένου κρότου ισοσταθμισμένου (equalized) σε εκείνες τις συχνότητες που θα τον έκαναν να ακούγεται πιο ρεαλιστικός. Στην περίπτωση που ο sound designer ήθελε να δώσει έμφαση στη δραματική σκηνή που περιγράφεται παραπάνω, τότε θα προσέθετε και βάθος (reverb) .  Είναι σημαντική η διαπίστωση ότι είτε ένα εφέ χρησιμοποιήθηκε για την «προσομοίωση» μιας ρομποτικής φωνής σε ταινία επιστημονικής φαντασίας είτε για τον εμπλουτισμό του πλήθους  των αρμονικών της κιθάρας του Jimi Hendrix, το ζητούμενο και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις : η συναισθηματική επιρροή που θα προκαλούσε στο ακροατήριο.

      Tα εφέ για την ηλεκτρική κιθάρα έκαναν την εμφάνισή τους χρονολογικά την εποχή που ανθούσε η μουσική των big bands. Ήταν επιτακτική η ανάγκη για μεγαλύτερες εντάσεις ώστε να μπορέσει να ακουστεί μια κιθάρα συνδεδεμένη σε έναν μικρής ισχύος (10-15W) ενισχυτή λυχνίας ανάμεσα σε ομάδες πνευστών οργάνων. Φημολογείται ότι η ανακάλυψη της παραμόρφωσης έγινε εκείνη την περίοδο με δύο διαφορετικές εκδοχές : Η μία αναφέρει ότι κάποια λυχνία καταστράφηκε κατά την εκτέλεση ενός κομματιού και η άλλη ότι το μεγάφωνο του ενισχυτή σκίστηκε από την μεγάλη καταπόνηση. Και  οι δύο εκδοχές συνεχίζουν με τον ίδιο τρόπο : ο ήχος που παράχθηκε κέντρισε το ενδιαφέρον των κιθαριστών και θέλησαν να τον διατηρήσουν. Είναι πολύ πιθανό οι δύο αυτές ιστορίες να είναι ανακριβείς δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις η παραμόρφωση που θα δημιουργούσαν αυτές οι βλάβες θα ήταν πολύ έντονη και δεν θα είχε κανένα μουσικό ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα είναι πολύ λογικό η παραμόρφωση να «εφευρέθηκε» από την υπεροδήγηση των λυχνιών των ενισχυτών που χρησιμοποιούσαν εκείνη την περίοδο οι κιθαρίστες, εξαιτίας των μεγάλων εντάσεων που απαιτούσαν οι συνθήκες του παιξίματός τους.

      Η υπεροδήγηση των λυχνιών ενός ενισχυτή δημιουργείται όταν αυτός λειτουργεί σε ασυνήθιστα μεγάλες εντάσεις. Ο ήχος που παράγεται θωρείται πλέον κλασικός και είναι γνωστός ως «tube overdrive».  Oι μουσικοί της εποχής τον αντιλήφθηκαν ως πιο κοντινό στον ήχο των πνευστών και ειδικότερα του σαξοφώνου, όχι μόνο λόγω της διαφοροποίησης στη χροιά εξαιτίας την προσθήκης αρμονικών , αλλά και για την ιδιότητα του ήχου να διατηρείται για περισσότερο χρόνο (sustain).  Τo sustain που αποτελεί έκτοτε ζητούμενο για πολλούς κιθαρίστες ήταν αποτέλεσμα του φαινομένου συμπίεσης (compression) που επίσης συμβαίνει κατά την υπεροδήγηση ενός ενισχυτή λυχνίας.  Αυτή θεωρείται η αρχή της χρήσης των εφέ στην ηλεκτρική κιθάρα, μιας και είναι η πρώτη φορά που κάποια στοιχεία άλλαξαν δραστικά τον ήχο της, μετατρέποντάς τον σε ένα διαφορετικό ηχόχρωμα με μουσικό ενδιαφέρον. 

      Όμως η δημιουργία μιας ξεχωριστής  μονάδας  εφέ που να στοχεύει αποκλειστικά στην «αλλοίωση» του ήχου της ηλεκτρικής κιθάρας έγινε αργότερα. Το 1961 ο Glen Snotty ηχογραφούσε το τραγούδι του Marty Robbins «Don’t worry».  Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, μια βλάβη στο κανάλι της κονσόλας που έγραφε την κιθάρα του Grady Martin δημιουργούσε έναν ασαφή (fuzzy) παραμορφωμένο ήχο.  Τη στιγμή που διακόπηκε η ηχογράφηση για να διορθωθεί η βλάβη της κονσόλας ο Martin ζήτησε να συνεχιστεί η εγγραφή με αυτόν τον τρόπο γιατί του άρεσε ο «λανθασμένος» ήχος.  Αργότερα ο Snotty επινόησε έναν τρόπο προσέγγισης του ίδιου ήχου με τη βοήθεια ενός κυκλώματος με τρανζίστορ και παρουσίασε την εφεύρεσή του στην Gibson. 

      Σύντομα η Gibson παρουσίασε στην αγορά το «Maestro Fuzz-Tone» , προμηθεύοντας τα καταστήματα με 5000 τέτοιες μονάδες. Στο εγχειρίδιο λειτουργίας του αναφερόταν χαρακτηριστικά  : «Το Fuzz-Tone είναι σχεδιασμένο για να δημιουργεί ένα συναρπαστικό νέο ήχο κιθάρας. Αυτό επιτυγχάνεται με ειδικά ελεγχόμενη παραμόρφωση. Συνεπώς μην ενοχληθείτε από την παραγωγή ενός “Fuzz effect”. Αυτός είναι ο ήχος που παράγει αυτό το πετάλι-ένας ιδιαίτερα διαφορετικός και συναρπαστικός ήχος.»
      Για 3 συνεχόμενα έτη οι μουσικοί δεν έδωσαν σημασία στη νέα αυτή εφεύρεση, ώσπου η κυκλοφορία του «Satisfaction» των Rolling Stones έδρασε καταλυτικά για την προώθησή του. Στα επόμενα 2 χρόνια πουλήθηκαν πάνω από 24.500 πετάλια.
       
      Εκείνη την περίοδο, o Roger Mayer κατασκεύαζε τη δική του εκδοχή του Fuzz Tone για τον φίλο του Jimmy Page. H αγγλική εταιρεία Sola Sound κυκλοφόρησε μια εκδοχή με 2 τρανζίστορ το 1965, το πασίγνωστο Tone Bender, ενώ ένα κύκλωμα με 3 τρανζίστορ προστέθηκε στα τέλη του 1966 στο Vox Tone Bender Professional MKII.  Η αποδοχή από τους μουσικούς ήταν τεράστια και έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για χρήση διαφορετικών ήχων στην ηλεκτρική κιθάρα. Η επανάσταση ήταν τόσο μεγάλη που κάποιες εταιρείες κατασκευής ενισχυτών ξεκίνησαν να περιλαμβάνουν κυκλώματα παραμόρφωσης στους ενισχυτές τους. Βελτιώσεις και διαφοροποιήσεις στα αρχικά κυκλώματα συνέχισαν να πραγματοποιούνται και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
       
      Το 1967 ο Roger Mayer παρουσίασε στον Jimi Hendrix το Octavia, ένα fuzz πετάλι με το επιπλέον χαρακτηριστικό να προσθέτει μια οκτάβα ψηλότερη στον παραμορφωμένο ήχο. Ακολούθησε το Super Fuzz της Univox που χρησιμοποιούσε τρανζίστορ σιλικόνης αντί γερμανίου και το 1968 κατασκευάστηκε το EHX Big Muff, που χρησιμοποιείται κατά κόρον στη rock δισκογραφία έκτοτε. Η εμπορική επιτυχία των πεταλιών για ηλεκτρική κιθάρα και η αποδοχή που είχαν οι πρώτες μονάδες εφέ από τους κιθαρίστες ώθησαν τις εταιρείες στην έρευνα για δημιουργία νέων πρωτοποριακών εφέ.
       
      Συνέχεια στο 2ο μέρος.

    • JimmyPap
      Οι μουσικοί απασχολούνται και ασφαλίζονται νόμιμα με δυο τρόπους:
      Ως μισθωτοί
      Όπου γινεται κανονικη πρόσληψη / πίνακας προσωπικού στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Εχουν ΤΕΚΜΑΡΤΟ ημερομίσθιο, πραγμα που σημαίνει οτι δε μπορει ο εργοδοτης να δηλώσει οτι τους πληρωνει με μεροκάματο 10 ευρω ωστε να εχει μικρες ασφαλιστικές εισφορές να αποδωσει, αλλα οι εισφορες υπολογιζονται ποσοστιαία επι τεκμαρτού ημερομισθίου 40,45 ευρω, ητοι 40,45 επι 49,56% (εισφορες εργαζομενου και εργοδοτη) = 20,05 ευρω.

      Αρα, για καθε εργαζόμενο μουσικο, το κοστος του εργοδοτη περα απο το μεροκαματο του μουσικου, θα ειναι επιπλεον 20,05 ευρω που οφειλει να αποδωσει στο ΙΚΑ.
       
      Ως αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες (upd. 2018 στους συντελεστές ΙΚΑ και ΦΠΑ)
      Όπότε και εκδίδουν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών προς επιτηδευματιες, αποδειξη παροχης υπηρεσιων προς ιδιωτες (σπανιο). Πανω στην καθαρη αξια του τιμολογιου, πχ 100 ευρω, γινεται κρατηση Ικα 16% (που ειναι οι εισφορες εργαζομενου και τις αποδιδει στο Ικα ο εργοδοτης), και μπαινει φπα 24%. Αρα, εαν τιμολογήσεις 100 ευρω, θα παρεις στο χερι 100+24-16 ευρω, και τα 24 θα πρεπει να τα αποδωσεις στο δημοσιο με περιοδικη δηλωση Φπα. ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΑΝΩ ΤΩΝ 300 ΕΥΡΩ, η οποια συμψηφιζεται με τυχον οφειλες στη φορολογια εισοδηματος, ή επιστρεφεται. Άρα, για τιμολόγιο 1000 ευρώ καθαρής αξίας, έχουμε 1000 + 240 ΦΠΑ - 160 ΙΚΑ - 200 παρακράτηση φόρου. τελικό εισπρακτέο 880 ευρώ αλλά έχουμε πληρώσει και φόρο 200.

      Οι μουσικοί λοιπον, ασφαλίζονται ΜΟΝΟ στο ΙΚΑ. 
      ΤΕΒΕ/ΟΑΕΕ, εχει ο μουσικός παραγωγός αλλα οχι ο μουσικός (ο εκτελεστής μουσικών έργων δηλαδή).

      Επισης, στους αυτοαπασχολουμενους, η τιμολόγηση γινεται ΜΕΤΑ την παροχη της υπηρεσίας. Δηλαδη, εαν εχεις "μπλοκακι", σε ενδεχόμενο έλεγχο του ΙΚΑ ή της επιθεώρησης εργασίας την ωρα που παίζεις, δε μπορει να καταλογιστεί πρόστιμο σε εσενα ή τον εργοδότη, διοτι εισαι υποχρεωμένος να τιμολογήσεις ΜΕΤΑ τη συναυλία (καλό είναι βέβαια να υπάρχει έγγραφο συμφωνητικό με υπογραφές των εμπλεκόμενων υποβληθέν στο Τaxisnet ΠΡΙΝ την έναρξη τoυ event προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφισβήτησης σε ενδεχόμενο έλεγχο). Εαν ομως δεν εχεις μπλοκ και ούτε έχεις προσληφθεί ως μισθωτος, τότε προβλέπεται πρόστιμο αδήλωτης εργασίας. 

      Η απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης, ή αλλιώς τίτλος κτήσης αποτελεί ενα ελληνικό παράδοξο (upd. 2018):

      Για τους περιστασιακά απασχολουμενους σε αντικείμενο εκτός τον πρώην κατονομαζόμενων ως "ελευθέριων επαγγελμάτων" (ο μουσικός είναι ένα από αυτά αλλά στην πράξη η Α.Ε.Δ χρησιμοποιείτο κατά κόρον ΚΑΙ στους μουσικούς)  που ΔΕΝ ειναι επιτηδευματίες, μπορει ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ να εκδώσει απόδειξη δαπάνης, αφενός για να δικαιολογήσει τα χρήματα που βγηκαν απο το ταμείο του, αφετέρου για να φορολογηθεί ο εργαζόμενος. Εδω εχει παρακράτηση φόρου 20% απο το πρωτο ευρω, και χαρτόσημο 3,6% που υπόχρεος απόδοσης τους ειναι ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ. 
      ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ειναι πως, ενω πρόκειται για νόμιμη διαδικασία που προβλέπεται φορολογικά, σε περίπτωση έλεγχου απο το ΙΚΑ, ο υπάλληλος θα θεωρηθεί ανασφάλιστος, και θα επιβληθουν τα προβλεπόμενα πρόστιμα. Επομένως, η αποδειξη δαπανης σε καλύπτει φορολογικά αλλα οχι ασφαλιστικά!
       
      Από τις αρχές του 2018 η Α.Ε.Δ. υπόκειται και σε εισφορές ΕΦΚΑ. Το αν πλέον καλύπτεται ο εργοδότης ασφαλιστικά εκδίδοντας απόδειξη επ. δαπάνης μένει να το διαπιστώσουμε σε μελλοντικούς ελέγχους και αποφάσεις δικαστηρίων. Στην πράξη βέβαια όσον αφορά στην απασχόληση / ασφάλιση μουσικών,  την τελευταία πενταετία έχει επικρατήσει η μέθοδος της απλής πρόσληψης για μια ημέρα και δεν πολυχρησιμοποιείται η A.E.Δ για τις περιπτώσεις που συζητάμε εδώ. Επιπλέον:
      Εργόσημο, δεν προβλέπεται στην περιπτωση των μουσικων. "Ερασιτέχνης" που ανέβηκε "μολις τώρα" για "ενα κομμάτι", δεν προβλέπεται και εχει προστιμο. Δεν απαιτείται καμια "άδεια μουσικού" για να ασκήσεις νόμιμα το επάγγελμα.  Ολα τα πρόστιμα μπορουν να αμφισβητηθούν νομικά και δικαστικά, αλλα ενα μερος παντα πληρώνεται άμεσα και σε περίπτωση δικαστικής νίκης επιστρέφεται. Καλύτερα λοιπον, να μην το τρως εξαρχης. Ακούγεται τώρα τελευταία (Upd 12/2018: ακόμα ακούγεται. Έγινε επέκταση αλλά όχι ακόμα στους μουσικούς) , πως θα επεκταθεί η χρηση του εργοσημου και σε άλλα επαγγέλματα απο αυτα που προβλέπονται σημερα, ισως και στους μουσικούς. Προς το παρον δεν εχει γινει, αλλα οι εξελίξεις ειναι ραγδαίες και τα πραγματα αλλάζουν συνεχώς.  
      *Τελευταία ενημέρωση Δεκέμβριος 2018.

    • Sami Amiris
      Μία περίληψη του συμβολισμού των διαστημάτων που χρησιμοποιούνται στη jazz νομενκλατούρα, και οι πρώτες κλίμακες που μπορεί κανείς να ασχοληθεί στα πλαίσια μιας jazz μελέτης.
       
      Γλωσσάρι για τα διαστήματα με jazz συμβολισμό

      Ο πιο συνηθισμένος jazz συμβολισμός των διαστημάτων είναι ο εξής:
       
      Κύρια διαστήματα (1, 4, 5 και οι οκτάβες τους 8, 11, 12, 15 κτλ.):
       
      1 (8, 15), 4 (11), 5 (12): Καθαρή 1η (ή 8η, 15η), Καθαρή 4η (ή 11η) και Καθαρή 5η (ή 12η) b1 (b8, b15), b4 (b11), b5 (b12) : Ελαττωμένη 1η (ή 8η ή 15η), ελαττωμένη 4η (ή 11η), ελαττωμένη 5η (ή 12η) #1 (#8, #15), #4 (#11), #5 (#12) : Αυξημένη 1η (ή 8η ή 15η), αυξημένη 4η (ή 11η), αυξημένη 5η (ή 12η).
       
      Δευτερεύοντα διαστήματα (2, 3, 6, 7 και οι οκτάβες τους 9, 10, 13, 14 κτλ.):
       
      2 (9), 3 (10), 6 (13), 7 (14): Μεγάλη 2α (ή 9η), Μεγάλη 3η (ή 10η), Μεγάλη 6η (ή 13η), Μεγάλη 7η (ή 14η) b2 (b9), b3 (b10), b6 (b13), b7 (b14): μικρή 2α (ή 9η), μικρή 3η (ή 10η), μικρή 6η (ή 13η), μικρή 7η (ή 14η) bb2 (bb9), bb3 (bb10), bb6 (bb13), bb7 (bb14): ελαττωμένη 2α (ή 9η), ελαττωμένη 3η (ή 10η), ελαττωμένη 6η (ή 13η), ελαττωμένη 7η (ή 14η) #2 (#9), #3 (#10), #6 (#13), #7 (#14): Αυξημένη 2α (ή 9η), Αυξημένη 3η (ή 10η), Αυξημένη 6η (ή 13η), Αυξημένη 7η (ή 14η)

      Άρα: 
       
      Σκέτος αριθμός σημαίνει: Καθαρό κύριο διάστημα (1,4,5 και οι οκτάβες τους) ή Μεγάλο δευτερεύον διάστημα (2,3,6,7 και οι οκτάβες τους). "#" σημαίνει πάντοτε αυξημένο διάστημα. Μερικές φορές αντί για # κάποιοι βάζουν το σύμβολο "+", αλλά δεν είναι στάνταρ, καθώς για κάποιους άλλους το "+" σχετίζεται μόνο με την αυξημένη 5η, και όχι με κάθε αυξημένο διάστημα. Π.χ. 7#5#9 = 7+5+9 για κάποιους = 7+ (#9) για κάποιους άλλους. Στο τελευταίο, το "+" σημαίνει "#5". Αυτό για να είστε προετοιμασμένοι... "b" σημαίνει ελαττωμένο Κύριο διάστημα (1, 4, 5 και οι οκτάβες τους) ή μικρό δευτερεύον διάστημα (2, 3, 6, 7 και οι οκτάβες τους). "bb" σημαίνει ελαττωμένο δευτερεύον διάστημα (2, 3, 6, 7 και οι οκτάβες τους). Αν δείτε το σύμβολο "bb" σε κύριο διάστημα, τότε το διάστημα αυτό είναι δύο φορές ελαττωμένο, ή δισελαττωμένο. Αντίστοιχα, το σύμβολο "x" (x = ##) μπροστά από οποιοδήποτε διάστημα, αυτό θα είναι δισαυξημένο, κτλ. Αυτά θα τα συναντήσετε σχετικά σπάνια...


      Οι πρώτες κλίμακες του μουσικού που αγαπά τη jazz...

      Οι κλίμακες είναι ένα από τα αγκάθια της σύγχρονης jazz διδακτικής. Οι περισσότεροι τα έχουν ανάγει σε ιερό δισκοπότηρο του αυτοσχεδιασμού, λαθεμένα κατά τη γνώμη μου. Άλλοι πάλι, μάλλον αντιδρώντας στους πρώτους, τις υποβαθμίζουν περισσότερο από όσο χρειάζεται. Η πραγματικότητα είναι μάλλον κάπου στη μέση. Η bebop έχει να κάνει κάπως περισσότερο με chord tones, arpeggios, και όλα τα είδη αντιστικτικών φθόγγων σε μία αρμονία κατά βάσην αποτελούμενη από στιβαγμένες 3ες από ότι έχει να κάνει με κλίμακες. Επίσης, οι μεμονωμένες συγχορδίες πολλές φορές ξεφεύγουν από το στενό πλαίσιο της κλίμακας, με όλες τις δυνατότητες επεκτάσεων και αλλοιώσεων που μπορούν να έχουν. Παρόλα αυτά, η σημασία των κλιμάκων σε ότι έχει να κάνει με κάποιες αρμονικές συνδέσεις, μελωδικά περάσματα, καθώς βέβαια και σαν "δεξαμενές από νότες" για κάπως πιο "modal" θεώρηση των πραγμάτων, είναι αδιαμφισβήτητη. Για αυτό το λόγο, θεωρώ καλό να απαριθμήσω το "bare minimum" των κλιμάκων που πρέπει να κατέχει ο σύγχρονος μουσικός που ασχολείται με πράγματα σχετικά με jazz. Αυτές είναι οι εξής:
       
      Κλίμακες χωρίς τριημιτόνιο:
       
      Μείζων [Major]: 7 τρόποι. Μελωδική Ελάσσων [Melodic minor] (ανεβοκατεβαίνει ίδια) : 7 τρόποι Ελαττωμένη Κλίμακα ή Τόνος - Ημιτόνιο [Diminished Scale ή Whole step - Half Step ή Whole - Half] : 2 τρόποι Ολοτονική [Wholetone] : 1 τρόπος

      Κλίμακες με τριημιτόνιο:
       
      Αρμονική Μείζων [Harmonic Major]: 7 τρόποι Αρμονική Ελάσσων [Harmonic minor]: 7 τρόποι Aυξημένη κλίμακα ή Τριημιτόνιο - Ημιτόνιο [Augmented Scale ή trisemitone - half step ή 3 half steps - one half step]: 2 τρόποι

      Αυτές οι 7 κλίμακες, μαζί με τους τρόπους τους, φτιάχνουν ένα σύνολο από 33 τρόπους, που καλό είναι ο jazz μουσικός να ξέρει από κάθε τονικότητα.
       
      Τι κοινό έχουν αυτές οι 7 κλίμακες; Είναι λίγο δύσκολο να το δει κανείς, αλλά είναι πολύ συναρπαστικό:
       
      Οι 7 αυτές κλίμακες είναι τα μεγιστικά υποσύνολα της χρωματικής κλίμακας που δεν περιλαμβάνουν χρωματικό cluster*. 

      [* Χρωματικό cluster: δύο ή περισσότερα διαδοχικά ημιτόνια, π.χ. Ντο-Ντο#-Ρε, Ρε#-Μι-Φα-Σολb κτλ.]

      Με άλλα λόγια:
       
      καμία από αυτές δεν είναι υποσύνολο κάποιας άλλης από αυτές, και επίσης αν ένα υποσύνολο της χρωματικής κλίμακας δεν έχει χρωματικό cluster, τότε είτε είναι υποσύνολο μίας από αυτές, είτε συμπίπτει με μία από αυτές.

      Δεδομένου ότι αυτές είναι οι πιο στάνταρ κλίμακες στα πιο "προηγμένα" βιβλία αυτοσχεδιασμού, εδώ έχουμε μία περίπτωση που η επιστήμη και το αισθητήριο της τέχνης συμπίπτουν περίφημα!
       
      Για τα παρακάτω: C = Nτο, D = Ρε, E = Μι, F = Φα, G = Σολ, A = Λα, B = Σι, οπότε π.χ. C D E F# G# A B = Ντο Ρε Μι Φα# Σολ# Λα Σι
       
      Οι παραπάνω κλίμακες αναλυτικά με τους τρόπους τους:
       
      A) Χωρίς τριημητόνιο:
       
      Μajor:
       
      Ionian : 1 2 3 4 5 6 7 (C D E F G A B), σε 3ες: 1 3 5 7 | 9 11 13  = I Maj7 (9,11,13) ή Ι Μ13 (C E G B | D F A) Dorian: 1 2 b3 4 5 6 b7 (D E F G A B C, C D Eb F G A Bb από C), σε 3ες: 1 b3 5 b7 | 9 11 13 = Ι m7 (9,11,13) ή Ιm13 (D F A C | E G B, C Eb G Bb | D F A από C) Phrygian: 1 b2 b3 4 5 b6 b7 (E F G A B C D, C Db Eb F G Ab Bb από C), σε 3ες: 1 b3 5 b7 | b9 11 b13 = I m7 (b9,11,b13) ή Im11b9b13 (E G B D | F A C, C Eb G Bb | Db F Ab από C) Lydian: 1 2 3 #4 5 6 7 (F G A B C D E, C D E F# G A B από C), σε 3ες: 1 3 5 7 | 9 #11 13 = I Maj7(9,#11,13) = I M13#11 (F A C E | G B D, C E G B | D F# A από C) Myxolydian: 1 2 3 4 5 6 b7 (G A B C D E F, C D E F G A Bb από C), σε 3ες: 1 3 5 b7 | 9 11 13 = Ι 7 (9,11,13) = Ι 13 [ή I 13(11) μια που η 11η δεν εννοείται απαραίτητα σε συγχορδίες με Μεγάλη 3η] (G B D F | A C E, C E G Bb | D F A από C) Aeolian: 1 2 b3 4 5 b6 b7 (A B C D E F G, C D Eb F G Ab Bb από C), σε 3ες: 1 b3 5 b7 | 9 11 b13 = Ι m7(9,11,b13) = Im11b13 (A C E G | B D F,  C Eb G Bb | D F Ab από C) Locrian: 1 b2 b3 4 b5 b6 b7 (B C D E F G A, C Db Eb F Gb Ab Bb από C), σε 3ες: 1 b3 b5 b7 | b9 11 b13 = Ι m7b5(b9,11,b13) = I m11b5b13b9 = I mb13b5b9 (B D F A | C E G,  C Eb Gb Bb | Db F Ab από C)
       
      Melodic Minor:
       
      Melodic minor: 1 2 b3 4 5 6 7 (C D Eb F G A B), σε 3ες: 1 b3 5 7 | 9 11 13 = Ι m/M7 (9,11,13) ή Ιm/M13 (C Eb G Bb | D F A) Phrygian Natural 6: 1 b2 b3 4 5 6 b7 (D Eb F G A B, C Db Eb F G A Bb από C), σε 3ες: 1 b3 5 b7 | b9 11 13 = I m7 (b9,11,13) ή Im13b9 (D F A C | Eb G B, C Eb G Bb | Db F A από C) Lydian Augmented, ή Lydian #5: 1 2 3 #4 #5 6 7 (Eb F G A B C D E, C D E F# G# A B από C), σε 3ες: 1 3 #5 7 | 9 #11 13 = I Maj7#5(9,#11,13) = I M13+ #11 (Εb G B D | F A C, C E G# B | D F# A από C) Lydian dominant ή Lydian b7: 1 2 3 #4 5 6 b7 (F G A B C D Eb, C D E F# G A Bb από C), σε 3ες: 1 3 5 b7 | 9 #11 13 = I 7(9,#11,13) = I 13#11 (F A C Eb | G B D, C E G Bb | D F# A από C) Myxolydian b6: 1 2 3 4 5 b6 b7 (G A B C D Eb F, C D E F G Ab Bb από C), σε 3ες: 1 3 5 b7 | 9 11 b13 = Ι 7 (9,11,b13) = Ι 11b13 (G B D F | A C Eb, C E G Bb | D F Ab από C) Half Diminished ή Locrian natural 2: 1 2 b3 4 b5 b6 b7 (A B C D Eb F G , C D Eb F Gb Ab Bb από C), σε 3ες: 1 b3 b5 b7 | 9 11 b13 = Ι m7b5(9,11,b13) = I m11b5b13 = I mb13b5 (A C Eb G | B D F,  C Eb Gb Bb | D F Ab από C) Altered ή Super Locrian: 1 b2 b3 b4 b5 b6 b7 (B C D Eb F G A, C Db Eb Fb Gb Ab Bb από C). Aυτή, ενώ βγάζει m7b5 ως βασική τετράδα, στην πράξη χρησιμοποιείται αλλιώς: 1 b2 #2 3 #4/b5 #5/b6 b7 (C Db D# E Gb/F# G#/Ab Bb από C), δηλαδή η 1, 3 και b7 μιας κανονικής συγχορδίας 7ης, μαζί με μικρή και αυξημένη 9η και τις δύο αλλοιώσεις της 5ης. Εναλλακτικά, #11 και b13. Σε κάθε περίπτωση, είναι η κλίμακα επιλογής για οτιδήποτε dominant έχει τις συγκεκριμένες βαθμίδες με b13. Για αυτό δεν δίνεται σαν συγχορδία σε ανάπτυγμα 3ης, διότι αυτή είναι επέκταση του half diminished με ελαττωμένη 4η, και η συγκεκριμένη κλίμακα δεν πολυχρησιμοποιείται έτσι.
       
      Diminished:
       
      W - H (Whole-Half ή Whole Step - Half Step): 1 2 b3 4 b5 #5 6 7 (C D Eb F Gb G# A B). Μία ωραία ανάλυσή της είναι σαν δύο συγχορδίες ελαττωμένης 7ης μία Μεγάλη 7η διαφορά η μία από την άλλη, π.χ. Bo7/Cο7: C Eb Gb A | B D F Ab. (Επίσης φυσικά,  έναν τόνο, Καθαρή 4η ή μικρή 6η πάνω η μία από την άλλη! Αν κουνηθεί μία ελαττωμένη τετράφωνη συγχορδία κατά 3ες μικρές και τα παράγωγά τους διαστήματα, όπως κάνουμε εδώ στην επάνω ελαττωμένη, δεν αλλάζει.) Σημαντική ιδιότητα: ό,τι παίζεται μέσα στην κλίμακα, μεταφέρεται και υπερτίθεται ανά 3ες μικρές, τρίτονα και 6ες μεγάλες παντού ανά πάσα στιγμή. H - W (Half Step - Whole Step): 1 b2 #2 3 #4 5 6 b7 (C Db D# E F# G A Bb). Όμοια ιδιότητα με τις μεταφορές και υπερθέσεις σε 3ες μικρές, τρίτονα και 6ες μεγάλες. Η κλίμακα επιλογής για dominant με b/#9 και 13.
       
      Wholetone:
       
      Wholetone: 1 2 3 #4/b5 #5/b6 b7 (C D E F#/Gb G#/Ab Bb). Μοναδική από τις απλές τριάδες που χωράει εδώ είναι η αυξημένη. Η ίδια η κλίμακα μπορεί να αναλυθεί σαν δύο αυξημένες συγχορδίες σε απόσταση μικρής 7ης, π.χ. Bb+/C+, ή τόνου, ή τριτόνου κτλ. Tα πάντα εδώ μεταφέρονται και υπερτίθενται κατά όλα τα σύμπλοκα από τόνους όπως τόνο, 3ες Μεγάλες, Τρίτονα, 6ες μικρές, 7ες μικρές κτλ. Τα βιβλία συνήθως την αναφέρουν σαν καλή επιλογή για τις συγχορδίες 7#5, αλλά στην πράξη έχει πολύ ισχυρό και χαρακτηριστικό χρώμα και χρησιμοποιείται μόνον όταν θέλουμε το συγκεκριμένο χρώμα.
       
      Β) Με τριημητόνιο:
       
      Harmonic Major:
       
      Harmonic Major ή Ionian b6 : 1 2 3 4 5 b6 7 (C D E F G Ab B), σε 3ες: 1 3 5 7 | 9 11 b13  = I Maj7 (9,11,b13) ή Ι Μb13 (C E G B | D F bA). Μία από τις πιο όμορφες κλίμακες, χρησιμοποιήθηκε πολύ στο ρώσσικο ρομαντισμό. Ωραία ανάλυση: Do7/C: C E G | D F Ab B Half Diminished natural 6 ή Dorian b5:  1 2 b3 4 b5 6 b7 (D E F G Ab B C, C D Eb F Gb A Bb από C), σε 3ες: 1 b3 b5 b7 | 9 11 13 = Ι m7b5 (9,11,13) ή Ιm13b5 (D F Ab C | E G B, C Eb Gb Bb | D F A από C) Small Flamenco ή Super Locrian natural 5 ή Phrygian b4:  1 b2 b3 b4 5 b6 b7 (Ε F G Ab B C D, C Db Eb Fb G Ab Bb από C). Όπως και η Super Locrian, στην πράξη χρησιμοποιείται αλλιώς: 1 b2 #2 3 #4 5 b7 (C Db D# E F# G Bb από C), δηλαδή η 1, 3, 5 και b7 μιας κανονικής συγχορδίας 7ης, μαζί με μικρή και αυξημένη 9η και αυξημένη 11η. Σε καθοδικά περάσματα η #11 μπορεί να ερμηνευθεί σαν b5 -> b4 -> b3 -> b2 -> 1. Melodic minor #4: 1 2 b3 #4 5 6 7 (F G Ab B C D E, C D Eb F# G A B), σε 3ες: 1 b3 5 7 | 9 #11 13 = Ι m/M7 (9,#11,13) ή Ιm/M13 (F Ab C E | G B D, C Eb G B | D F# A από C). Υπέροχος τρόπος, που περιλαμβάνει και το συνδυασμό δύο ελάσσονων συγχορδιών σε απόσταση Μεγάλης 7ης, π.χ. Bm/Cm. Phrygian Major natural 6 ή Myxolydian b2: 1 b2 3 4 5 6 b7 (G Ab B C D E F, C Db E F G A Bb από C), σε 3ες: 1 3 5 b7 | b9 11 13 = Ι 7 (b9,11,13) = Ι 13b9(11)) (G B D F | Ab C E, C E G Bb | Db F A από C) Lydian Augmented #2: 1 #2 3 #4 #5 6 7 (Ab B C D E F G, C D# E F# G# A B από C), σε 3ες: 1 3 #5 7 | #9 #11 13 = I Maj7#5(#9,#11,13) = I M13+ #9#11 (Ab C E G | B D F, C E G# B | D# F# A από C) Harmonic Diminished natural 4 ή Locrian bb7: 1 b2 b3 4 b5 b6 bb7 (B C D E F G Ab, C Db Eb F Gb Ab Bbb από C). Μία υπέροχη κλίμακα για τις ελαττωμένες συγχορδίες, χρησιμοποιήθηκε π.χ. από τον Rimsky-Korsakoff στο Song Of India. Δεν πολυχρησιμοποιείται σαν ανάπτυγμα 3ης, για αυτό και δεν δίνεται.
       
      Harmonic minor:
       
      Harmonic minor: 1 2 b3 4 5 b6 7 (C D Eb F G Ab B), σε 3ες: 1 b3 5 7 | 9 11 b13 = Ι m/M7 (9,11,b13) ή Ιm/Mb13 (C Eb G Bb | D F bA) Locrian natural 6: 1 b2 b3 4 b5 6 b7 (D Eb F G Ab B C, C Db Eb F Gb A Bb από C), σε 3ες: 1 b3 b5 b7 | b9 11 13 = Ι m7b5(b9,11,13) = I m13b5b9 = I m13b5b9 (D F Ab C | Eb G B,  C Eb Gb Bb | Db F A από C) Ionian augmented ή Ionian #5: 1 2 3 4 #5 6 7 (Eb F G Ab B C D E, C D E F G# A B από C), σε 3ες: 1 3 #5 7 | 9 11 13 = I Maj7#5(9,11,13) = I M13+ (Εb G B D | F Ab C, C E G# B | D F A από C) Dorian #4 ή Romanian: 1 2 b3 #4 5 6 b7 (C D Eb F# G A Bb), σε 3ες: 1 b3 5 b7 | 9 #11 13 = Ι m7 (9,#11,13) ή Ι m13#11 (C Eb G Bb | D F# A). Phrygian Major ή Phrygian Dominant: 1 b2 3 4 5 b6 b7 (G Ab B C D Eb F, C Db E F G Ab Bb από C), σε 3ες: 1 3 5 b7 | b9 11 b13 = Ι 7 (b9,11,b13) = Ι 11b13b9  (G B D F | Ab C Eb, C E G Bb | Db F Ab από C) Lydian #2: 1 #2 3 #4 5 6 7 (Ab B C D Eb F G, C D# E F# G A B από C), σε 3ες: 1 3 5 7 | #9 #11 13 = I Maj7(#9,#11,13) = I M13#9#11 (Ab C Eb G | B D F, C E G B | D# F# A από C) Harmonic Diminished:  1 b2 b3 b4 b5 b6 bb7 (B C D Eb F G Ab, C Db Eb Fb Gb Ab Bbb από C). H κατεξοχήν κλίμακα για τις ελαττωμένες συγχορδίες επι κλασσικισμού, χρησιμοποιήθηκε από τον Bach και πέρα συνέχεια.  Δεν πολυχρησιμοποιείται σαν ανάπτυγμα 3ης, για αυτό και δεν δίνεται.
       
      Augmented Scale:
       
      Trisemitone - Half Step: 1 #2 3 5 b6 7 (C D# E G Ab B). Πολύ όμορφη κλίμακα, που μπορεί κανείς να τη δει και σαν δύο αυξημένες συγχορδίες που απέχουν Μεγάλη 7η, π.χ. B+/C+: C E G# | B D# G. Επίσης: 1 3 5 7 | #9 b13. Half Step - Trisemitone: 1 b2 3 4 #5 6 (C Db E F G# A).
       
      Αυτές είναι όλες. Μάθετέ τις όλες σε όλες τις τονικότητες, όπως τις κλίμακες που μελετούσατε στο Ωδείο. Εξερευνήστε τις αρμονικά, αναλύστε τις και μαθαίνετε να ξεχωρίζετε τα αρμονικά και μελωδικά τους χρώματα. Καλή τύχη!

    • Yannis Methenitis
      Δεν υπάρχουν βιομηχανικές προδιαγραφές που ανακηρύσσουν ένα σετ ηχείων σε ηχείο αναφοράς, studio ή reference monitor. Υπάρχουν όμως δύο σημαντικά σκέλη για την επιλογή τους. Το υποκειμενικό, αν έχει «καλό» ήχο και το τεχνικό βάσει προδιαγραφών.
       
      Η προσωπική μου άποψη είναι ότι εάν ένα ηχείο ακολουθεί τις παρακάτω τεχνικές προδιαγραφές, είναι πολύ κοντά στο να έχει και τον ζητούμενο υποκειμενικά «καλό» ήχο. Και αυτό διότι ένα σωστό ηχείο είναι ο καθρέφτης της ηχογράφησης, που φανερώνει τα λάθη και δεν τα καλύπτει, ούτε τα ομορφαίνει, ώστε να μπορούμε να τα διορθώνουμε.
       
      Τα τεχνικά χαρακτηριστικά

      Ένα ηχείο αναφοράς (reference monitor) θα πρέπει να πληρεί κάποιες προδιαγραφές στις ακόλουθες παραμέτρους.

      Distortion (Παραμόρφωση)

      Επειδή περνάμε πολλές ώρες μπροστά στα monitor, αν έχουν ψηλή παραμόρφωση θα κουράσουν τα αυτιά μας εύκολα. Η παραμόρφωση πέρα από το ότι κουράζει έχει και σοβαρές συνέπειες στη διαύγεια, και την στερεοφωνική εικόνα.
      Ένα monitor λοιπόν πρέπει να έχει χαμηλό δείκτη παραμόρφωσης με σημείο αναφοράς γύρω στα 96 db/m.

      Frequency response (Απόκριση Συχνότητας)

      Ιδανικά ότι μπαίνει στην είσοδο πρέπει να βγαίνει στα μεγάφωνα ατόφιο. Αυτό ονομάζουμε επίπεδη συμπεριφορά (flat response) και είναι δυστυχώς άπιαστο όνειρο.
      Ένα monitor αναφοράς όμως πρέπει να έχει στο maximum μια διακύμανση +/-3 db στο εύρος του ακουστικού φάσματος που καλύπτει, σύμφωνα με τον όγκο του.
      Σε ένα κοινό ηχείο αυτές οι διακυμάνσεις είναι πολύ μεγαλύτερες με αποτέλεσμα να μην είναι τονικά ισορροπημένα. Δηλαδή όσο βαθύτερες είναι οι λακκούβες και ψηλότερα τα βουνά στην καμπύλη, τόσο περισσότερο απέχουν από το πιστό και αυτό αποκαλούμε χρωματισμένο. Ιδανικά θα έπρεπε να είναι μια ευθεία με μια αποκοπή (roll-off) εκεί που το περιορίζει ο όγκος του.

      Dispersion (Διασπορά)

      Λόγω του ότι μαζί με την πηγή του ήχου ακούμε και τις αντηχήσεις του που προέρχονται από την κονσόλα, τους τοίχους κλπ, είναι σημαντική η συμπεριφορά των χαρακτηριστικών διασποράς των μεγαφώνων (off axis polar response). Τι απόκλιση έχουν στις 30 μοίρες απο το το κέντρο του μεγαφώνου (on axis); Όταν είναι ισορροπημένη συμπεριφορά χωρίς μεγάλες κορυφές και κοιλάδες, το αυτί δεν ξεγελιέται και συντονίζεται στην πηγή.

      Power handling (Ισχύς)

      Επειδή στην διαδικασία της ηχογράφησης ακούμε ασυμπίεστα όργανα (μπάσο, κιθάρα, synthesizer που κατεβαίνει στα 20hz) με μεγάλη δυναμική συμπεριφορά και όχι συμπιεσμένο πρόγραμμα που έχει υποστεί mastering, ένα καλό monitor πρέπει να διαθέτει αποθέματα ισχύος (Peak power handling) και καλή συμπεριφορά στις κορυφώσεις (transients). Ένα monitor αναφοράς θα πρέπει να διατηρεί τα χαρακτηριστικά του σε όλες τις εντάσεις και να μην υφίσταται φαινόμενα συμπίεσης (Power compression) από υπερθέρμανση των πηνίων.

      Οι άλλες παράμετροι

      Όταν λοιπόν, λαμβάνοντας τις παραπάνω παραμέτρους υπ' όψη, καταλήξουμε σε μερικά πιθανά ηχεία που συγκεντρώνουν τις minimum προδιαγραφές, ένα συγκριτικό τεστ κάτω από κοινές συνθήκες (χώρου και προγράμματος) θα είναι αυτό που σύμφωνα με το υποκειμενικό μας πλέον κριτήριο θα αναδείξει το monitor της επιλογής μας.

      Ιδανικά μία σοβαρή σειρά monitor θα πρέπει να έχει την ίδια συμπεριφορά σε όλη της τη γκάμα (από το μικρό 5-ιντσο μέχρι και 15-ιντσο) με μόνη διαφορά την αποκοπή των χαμηλών δεδομένου του όγκου.

      Για τις ανάγκες ενός project studio, ένα σετ close-range monitor (6,5 - 8 ιντσών γούφερ) είναι ιδανικά λόγω του ότι ο περιορισμένος χώρος μας επιβάλει να καθόμαστε σε μικρή απόσταση από αυτά. Η πληροφορία που μεταφέρει ένα σωστό ηχείο είναι ενδεικτική, αν όχι αρκετή για όλο το φάσμα (αν και μπορεί να υπολείπεται στα χαμηλά) και παράλληλα λόγω της μικρής απόστασης που έχουμε μαζί τους, επηρεάζονται στο ελάχιστο από τις αντηχήσεις των πίσω και πλαϊνών τοίχων.

      Τα active (αυτοενισχυόμενα) είναι προτιμότερα καθώς οι ενισχυτές τους έχουν φτιαχτεί για τις συγκεκριμένες μονάδες (μεγάφωνα) και έχουν το απόλυτο ζευγάρωμα. Σε διαφορετική περίπτωση αν προτιμήσουμε passive (παθητικά) που αποτελούν την συντριπτική μειονότητα, θα χρειαστούμε ενισχυτή ο οποίος θα πρέπει να τα οδηγεί σωστά. Κάτι που θέλει κάποια γνώση και περισσότερη έρευνα για την απόκτηση του.

      Εταιρίες με ιστορία στην κατασκευή monitor όπως ATC, Adam, Meyer, Genelec, PMC, JBL, Klein & Hummel, Dynaudio, Focal, κ.α. δεν είναι τυχαίες και παρά το γεγονός ότι κάποιο μοντέλο μπορεί να μη σταθεί στο ύψος του ονόματος που κουβαλάει, αυτό θα είναι εξαίρεση και δύσκολα θα πέσει κανείς έξω στην επιλογή του αγοράζοντας ένα σετ, αν και θα πρέπει να βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη.
      Υπάρχουν επίσης πολλές σοβαρές προτάσεις από εταιρίες όπως Tascam, Yamaha, M-Audio, Samson, Blue Sky, Tannoy, KRK, Event, Mackie, κ.α. που στοχεύουν σε ρηχότερη τσέπη με αξιοπρεπή μοντέλα.

×
×
  • Δημοσιεύστε κάτι...

Τα cookies

Τοποθετήθηκαν cookies στην συσκευή σας για να είναι πιο εύκολη η περιήγηση στην σελίδα. Μπορείτε να τα ρυθμίσετε, διαφορετικά θεωρούμε πως είναι OK να συνεχίσετε. Κανονισμοί της σελίδας.